personals

[ΗΠΑ]/ˈpɜːsənl/
[ΗΒ]/ˈpɜːrsənl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. σχετικός με τον εαυτό ή τις προσωπικές υποθέσεις κάποιου
n. ένα τμήμα σε μια εφημερίδα ή περιοδικό που περιέχει ειδήσεις για την προσωπική ζωή των ανθρώπων.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

personal information

προσωπικές πληροφορίες

personal development

προσωπική ανάπτυξη

personal growth

προσωπική εξέλιξη

personal data

προσωπικά δεδομένα

personal computer

προσωπικός υπολογιστής

personal income

προσωπικό εισόδημα

personal experience

προσωπική εμπειρία

personal life

προσωπική ζωή

personal income tax

φόρος εισοδήματος

personal care

προσωπική φροντίδα

personal interest

προσωπικό ενδιαφέρον

personal property

προσωπική περιουσία

personal safety

προσωπική ασφάλεια

personal injury

προσωπική κάκωση

personal responsibility

προσωπική ευθύνη

personal hygiene

προσωπική υγιεινή

personal freedom

προσωπική ελευθερία

personal opinion

προσωπική γνώμη

personal character

προσωπικός χαρακτήρας

personal relationship

προσωπική σχέση

Παραδείγματα Προτάσεων

It's a personal letter.

Είναι μια προσωπική επιστολή.

a personal pension plan.

ένα προσωπικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα.

belief in a personal God.

πίστη σε έναν προσωπικό Θεό.

an offensive personal remark.

ένα προσβλητικό προσωπικό σχόλιο.

a string of personal disasters.

μια σειρά προσωπικών καταστροφών.

it is hazardous to personal safety.

είναι επικίνδυνο για την προσωπική ασφάλεια.

a tumultuous personal life.

μια ταραχώδης προσωπική ζωή.

novelize one's personal experiences.

να μετατρέψει τις προσωπικές εμπειρίες σε μυθιστόρημα.

I take it as a personal injury.

Το αντιλαμβάνομαι ως προσωπικό τραυματισμό.

a phase-in of new personal policies.

εισαγωγή νέων προσωπικών πολιτικών.

Παραδείγματα από τον πραγματικό κόσμο

He's given me guidance both personal and professional.

Μου έχει δώσει καθοδήγηση τόσο προσωπική όσο και επαγγελματική.

Πηγή: Exciting moments of Harry Potter

Don't take it personal. She's not very nice.

Μην το πάρεις προσωπικά. Δεν είναι πολύ ωραία.

Πηγή: The Best Mom

Hello, I am Baymax, your personal healthcare companion.

Γεια σας, είμαι ο Baymax, ο προσωπικός σας σύντροφος υγείας.

Πηγή: Big Hero 6

Because it becomes personal to that person, becomes personal to you.

Επειδή γίνεται προσωπικό για εκείνο το άτομο, γίνεται προσωπικό για εσάς.

Πηγή: TED Talks (Video Edition) June 2019 Collection

And also I had some personal experience.

Και επίσης είχα κάποιες προσωπικές εμπειρίες.

Πηγή: Charlie Rose interviews Didi President Liu Qing.

Nothing's personal when it concerns my troops.

Τίποτα δεν είναι προσωπικό όταν αφορά τους στρατιώτες μου.

Πηγή: Sherlock Holmes Detailed Explanation

It makes shows personal and available on demand.

Κάνει τις εκπομπές προσωπικές και διαθέσιμες κατ' απαίτηση.

Πηγή: This is how it is in the English series.

Even our personal relationships have become compressed.

Ακόμη και οι προσωπικές μας σχέσεις έχουν συμπιεστεί.

Πηγή: Modern University English Intensive Reading (2nd Edition) Volume 2

Tucked away in a terrible personal memory.

Κρυμμένο σε μια φρικτή προσωπική ανάμνηση.

Πηγή: 2 Broke Girls Season 5

Who are personal journals written for?

Για ποιους γράφονται τα προσωπικά ημερολόγια;

Πηγή: The Economist (Summary)

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα