perturbing news
διαταρακτικά νέα
perturbing thoughts
διαταρακτικές σκέψεις
perturbing behavior
διαταρακτική συμπεριφορά
perturbing situation
διαταρακτική κατάσταση
perturbing trend
διαταρακτική τάση
perturbing evidence
διαταρακτικά στοιχεία
perturbing message
διαταρακτικό μήνυμα
perturbing question
διαταρακτική ερώτηση
perturbing experience
διαταρακτική εμπειρία
perturbing revelation
διαταρακτική αποκάλυψη
her perturbing behavior made everyone uncomfortable.
Η διαταρακτική συμπεριφορά της έκανε όλους να αισθάνονται άβολα.
the news was perturbing to the entire community.
Η είδηση ήταν διαταρακτική για όλη την κοινότητα.
it was perturbing to see the changes happening so quickly.
Ήταν διαταρακτικό να βλέπεις τις αλλαγές να συμβαίνουν τόσο γρήγορα.
his perturbing thoughts kept him awake at night.
Τα διαταρακτικά του σκέψεις τον έκαναν να μην κοιμόταν το βράδυ.
she found the film's ending perturbing and thought-provoking.
Βρήκε το τέλος του ταινίας διαταρακτικό και σκέψιμο.
the perturbing data raised several questions among researchers.
Τα διαταρακτικά δεδομένα έθορυβαν πολλές ερωτήσεις μεταξύ των ερευνητών.
his perturbing remarks during the meeting surprised everyone.
Οι διαταρακτικές του παρατηρήσεις κατά τη συνάντηση έκαναν όλους να εκπλαγούν.
she had a perturbing feeling that something was wrong.
Είχε μια διαταρακτική αίσθηση ότι κάτι δεν ήταν σωστό.
the perturbing silence in the room was unsettling.
Η διαταρακτική σιωπή στο δωμάτιο ήταν αναταρακτική.
they discussed the perturbing implications of the study.
Συζήτησαν τις διαταρακτικές επιπτώσεις της μελέτης.
perturbing news
διαταρακτικά νέα
perturbing thoughts
διαταρακτικές σκέψεις
perturbing behavior
διαταρακτική συμπεριφορά
perturbing situation
διαταρακτική κατάσταση
perturbing trend
διαταρακτική τάση
perturbing evidence
διαταρακτικά στοιχεία
perturbing message
διαταρακτικό μήνυμα
perturbing question
διαταρακτική ερώτηση
perturbing experience
διαταρακτική εμπειρία
perturbing revelation
διαταρακτική αποκάλυψη
her perturbing behavior made everyone uncomfortable.
Η διαταρακτική συμπεριφορά της έκανε όλους να αισθάνονται άβολα.
the news was perturbing to the entire community.
Η είδηση ήταν διαταρακτική για όλη την κοινότητα.
it was perturbing to see the changes happening so quickly.
Ήταν διαταρακτικό να βλέπεις τις αλλαγές να συμβαίνουν τόσο γρήγορα.
his perturbing thoughts kept him awake at night.
Τα διαταρακτικά του σκέψεις τον έκαναν να μην κοιμόταν το βράδυ.
she found the film's ending perturbing and thought-provoking.
Βρήκε το τέλος του ταινίας διαταρακτικό και σκέψιμο.
the perturbing data raised several questions among researchers.
Τα διαταρακτικά δεδομένα έθορυβαν πολλές ερωτήσεις μεταξύ των ερευνητών.
his perturbing remarks during the meeting surprised everyone.
Οι διαταρακτικές του παρατηρήσεις κατά τη συνάντηση έκαναν όλους να εκπλαγούν.
she had a perturbing feeling that something was wrong.
Είχε μια διαταρακτική αίσθηση ότι κάτι δεν ήταν σωστό.
the perturbing silence in the room was unsettling.
Η διαταρακτική σιωπή στο δωμάτιο ήταν αναταρακτική.
they discussed the perturbing implications of the study.
Συζήτησαν τις διαταρακτικές επιπτώσεις της μελέτης.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now