perturbing

[US]/pəˈtɜːbɪŋ/
[UK]/pərˈtɜrbɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. προκαλεί άγχος ή αστάθεια σε κάποιον

Phrases & Collocations

perturbing news

διαταρακτικά νέα

perturbing thoughts

διαταρακτικές σκέψεις

perturbing behavior

διαταρακτική συμπεριφορά

perturbing situation

διαταρακτική κατάσταση

perturbing trend

διαταρακτική τάση

perturbing evidence

διαταρακτικά στοιχεία

perturbing message

διαταρακτικό μήνυμα

perturbing question

διαταρακτική ερώτηση

perturbing experience

διαταρακτική εμπειρία

perturbing revelation

διαταρακτική αποκάλυψη

Example Sentences

her perturbing behavior made everyone uncomfortable.

Η διαταρακτική συμπεριφορά της έκανε όλους να αισθάνονται άβολα.

the news was perturbing to the entire community.

Η είδηση ήταν διαταρακτική για όλη την κοινότητα.

it was perturbing to see the changes happening so quickly.

Ήταν διαταρακτικό να βλέπεις τις αλλαγές να συμβαίνουν τόσο γρήγορα.

his perturbing thoughts kept him awake at night.

Τα διαταρακτικά του σκέψεις τον έκαναν να μην κοιμόταν το βράδυ.

she found the film's ending perturbing and thought-provoking.

Βρήκε το τέλος του ταινίας διαταρακτικό και σκέψιμο.

the perturbing data raised several questions among researchers.

Τα διαταρακτικά δεδομένα έθορυβαν πολλές ερωτήσεις μεταξύ των ερευνητών.

his perturbing remarks during the meeting surprised everyone.

Οι διαταρακτικές του παρατηρήσεις κατά τη συνάντηση έκαναν όλους να εκπλαγούν.

she had a perturbing feeling that something was wrong.

Είχε μια διαταρακτική αίσθηση ότι κάτι δεν ήταν σωστό.

the perturbing silence in the room was unsettling.

Η διαταρακτική σιωπή στο δωμάτιο ήταν αναταρακτική.

they discussed the perturbing implications of the study.

Συζήτησαν τις διαταρακτικές επιπτώσεις της μελέτης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now