pictogram

[US]/ˈpɪktəɡræm/
[UK]/ˈpɪktəˌɡræm/
Frequency: Very High

Translation

n. ένα σύμβολο που αναπαριστά έννοια ή αντικείμενο, συχνά χρησιμοποιούμενο στην επικοινωνία; ένα γραφικό σύμβολο
Word Forms

Phrases & Collocations

simple pictogram

απλό πικτογράμμα

pictogram chart

χάρτης πικτογραμμάτων

pictogram symbol

σύμβολο πικτογράμματος

pictogram guide

οδηγός πικτογραμμάτων

pictogram legend

περιγραφή πικτογραμμάτων

pictogram design

σχεδιασμός πικτογράμματος

pictogram icon

ικονίδιο πικτογράμματος

pictogram usage

χρήση πικτογράμματος

pictogram meaning

νοήμα πικτογράμματος

pictogram representation

αναπαράσταση πικτογράμματος

Example Sentences

pictograms are often used in public signage.

Τα πικτογράμματα χρησιμοποιούνται συχνά στη δημόσια σηματοδότηση.

the use of pictograms can enhance understanding.

Η χρήση πικτογραμμάτων μπορεί να ενισχύσει την κατανόηση.

pictograms are a universal language.

Τα πικτογράμματα είναι μια παγκόσμια γλώσσα.

many apps use pictograms to simplify navigation.

Πολλές εφαρμογές χρησιμοποιούν πικτογράμματα για να απλοποιήσουν τη ναυτιλία.

pictograms can convey complex information quickly.

Τα πικτογράμματα μπορούν να μεταφέρουν πολύπλοκες πληροφορίες γρήγορα.

designers often rely on pictograms for clarity.

Οι σχεδιαστές συχνά εξαρτώνται από πικτογράμματα για ακρίβεια.

children learn easily with pictograms in books.

Τα παιδιά μαθαίνουν εύκολα με πικτογράμματα σε βιβλία.

pictograms help bridge language barriers.

Τα πικτογράμματα βοηθούν να γεφυρώσουν τις μεταξύ γλωσσών προσβάσεις.

emergency instructions often include pictograms.

Οι έκτακτες οδηγίες συχνά περιλαμβάνουν πικτογράμματα.

the museum uses pictograms to guide visitors.

Το μουσείο χρησιμοποιεί πικτογράμματα για να οδηγήσει τους επισκέπτες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now