piece

[ΗΠΑ]/piːs/
[ΗΒ]/pis/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. ένα αντικείμενο· ένα τμήμα· ένα μέρος· ένα νόμισμα
vt. να επιδιορθώσει· να ενώσει· να συναρμολογήσει
Word Forms
Past Participlepieced
Third Person Singularpieces
Past Tensepieced
Pluralpieces
Present Participlepiecing

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

piece of advice

κομμάτι συμβουλής

piece of art

έργο τέχνης

break into pieces

σπάσε σε κομμάτια

piece of furniture

έπιπλο

piece of paper

χαρτί

piece of information

κομμάτι πληροφορίας

missing piece

έλειπτικό κομμάτι

a piece of

ένα κομμάτι

one piece

ένα κομμάτι

work piece

εργοκομμάτι

piece of cake

ελεύτερο

in one piece

σε ένα κομμάτι

piece by piece

κομμάτι-κομμάτι

of a piece

ενός κομματιού

in piece

σε κομμάτι

piece together

συναρμογή

master piece

αριστούργημα

first piece

πρώτο κομμάτι

piece goods

έτοιμα ενδύματα

fall to pieces

να διαλυθεί

test piece

δοκιμαστικό κομμάτι

piece on

κομμάτι πάνω

Παραδείγματα Προτάσεων

a piece of chinoiserie.

ένα κομμάτι κινοαζερίας

a piece of patchwork.

ένα κομμάτι παττσίγουορκ

a piece of luggage.

ένα κομμάτι αποσκευών

a piece of rebar.

ένα κομμάτι ράβδων οπλισμού

a piece of string.

ένα κομμάτι σχοινιού

a piece of cake.

ένα κομμάτι τούρτας

a piece of furniture.

ένα κομμάτι επίπλου

a deft piece of footwork.

ένα ταχύς και επιδέξιος τρόπος κίνησης στα πόδια

a vital piece of information.

ένα σημαντικό κομμάτι πληροφορίας

a piece of dark material.

ένα κομμάτι σκούρου υλικού

a crucial piece of evidence.

ένα κρίσιμο κομμάτι στοιχείου

the last piece of candy.

το τελευταίο κομμάτι καραμέλας

a superlative piece of skill.

ένα ανώτερο κομμάτι δεξιοτεχνίας

a massive piece of furniture.

ένα τεράστιο έπιπλο

a piece of information

ένα κομμάτι πληροφορίας

a great piece of paint

ένα υπέροχο κομμάτι χρώματος

a delicate piece of embroidery

ένα λεπτό σχέδιο κεντήματος

execute a piece of work

εκτελώ μια εργασία

execute a piece of music

εκτελώ ένα μουσικό κομμάτι

Παραδείγματα από τον πραγματικό κόσμο

They are probably just pieces of reddish mineral.

Πιθανώς είναι απλώς κομμάτια κόκκινου μετάλλου.

Πηγή: TPO Integrated Writing Listening Section

This is an elegant piece of writing.

Αυτό είναι ένα κομψό κείμενο.

Πηγή: New Concept English: Vocabulary On-the-Go, Book Three.

Because when your piece got taken that piece gets killed.

Επειδή όταν το κομμάτι σου αφαιρεθεί, αυτό το κομμάτι σκοτώνεται.

Πηγή: Exciting moments of Harry Potter

A lightning rod is a long piece of metal.

Ένας αστραπιαίος ράβδος είναι ένα μακρύ κομμάτι μετάλλου.

Πηγή: VOA Slow English - Word Stories

When something shatters, it breaks into many small pieces.

Όταν κάτι θρυμματίζεται, σπάει σε πολλά μικρά κομμάτια.

Πηγή: VOA Special April 2020 Collection

The police assembled their pieces of evidence.

Η αστυνομία συγκέντρωσε τα κομμάτια των αποδείξεών της.

Πηγή: Desperate Housewives (Audio Version) Season 3

Usually we have a few little pieces of information dribble out.

Συνήθως έχουμε λίγα μικρά κομμάτια πληροφοριών να διαρρέουν.

Πηγή: NPR News October 2019 Collection

The build process involves two main pieces.

Η διαδικασία κατασκευής περιλαμβάνει δύο κύρια κομμάτια.

Πηγή: Apple latest news

“I've still got the pieces, though, ” he added brightly.

“Έχω ακόμα τα κομμάτια, όμως,” πρόσθεσε χαρούμενα.

Πηγή: All-Star Read "Harry Potter" Collection

So authorities are still piecing it all together.

Έτσι, οι αρχές προσπαθούν ακόμα να βάλουν τα κομμάτια μαζί.

Πηγή: NPR News April 2019 Collection

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα