pigweeds

[US]/ˈpɪɡwiːd/
[UK]/ˈpɪɡˌwid/
Frequency: Very High

Translation

n. ένα είδος φυτού από την οικογένεια των αμαράντων, συχνά θεωρούμενο ως θαμνός· αναφέρεται ειδικά σε μέλη του γένους Amaranthus

Phrases & Collocations

pigweed control

έλεγχος του κώδηνα

pigweed management

διαχείριση του κώδηνα

pigweed removal

απομάκρυνση του κώδηνα

pigweed infestation

επιδρομή του κώδηνα

pigweed species

είδη του κώδηνα

pigweed growth

ανάπτυξη του κώδηνα

pigweed problem

πρόβλημα με το κώδηνα

pigweed herbicide

ζιζανιοκτόνο για το κώδηνα

pigweed seeds

σπόροι του κώδηνα

pigweed control methods

μέθοδοι ελέγχου του κώδηνα

Example Sentences

pigweed is often found in gardens.

το σπάρκο βρίσκεται συχνά σε κήπους.

farmers consider pigweed a troublesome weed.

οι αγρότες θεωρούν το σπάρκο ένα ενοχλητικό ζιζάνιο.

pigweed can grow rapidly in warm climates.

το σπάρκο μπορεί να αναπτυχθεί γρήγορα σε ζεστά κλίματα.

some animals eat pigweed as part of their diet.

κάποια ζώα τρώνε σπάρκο ως μέρος της διατροφής τους.

pigweed is known for its nutritional value.

το σπάρκο είναι γνωστό για την διατροφική του αξία.

controlling pigweed is essential for crop health.

ο έλεγχος του σπάρκου είναι απαραίτητος για την υγεία των καλλιεργειών.

pigweed can be used in traditional medicine.

το σπάρκο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραδοσιακή ιατρική.

people often mistake pigweed for other plants.

οι άνθρωποι συχνά μπερδεύουν το σπάρκο με άλλα φυτά.

pigweed thrives in disturbed soils.

το σπάρκο ευδοκιμεί σε διαταραγμένα εδάφη.

removing pigweed requires regular maintenance.

η αφαίρεση του σπάρκου απαιτεί τακτική συντήρηση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now