pilfered goods
κλεμμένα προϊόντα
pilfered items
κλεμμένα αντικείμενα
pilfered funds
κλεμμένα χρήματα
pilfered assets
κλεμμένα περιουσιακά στοιχεία
pilfered documents
κλεμμένα έγγραφα
pilfered merchandise
κλεμμένα εμπορεύματα
pilfered treasures
κλεμμένα τιμήματα
pilfered secrets
κλεμμένα μυστικά
pilfered data
κλεμμένα δεδομένα
pilfered supplies
κλεμμένα υλικά
the thief pilfered valuable items from the store.
Ο ληστρικός κλέψε αξιολογημένα προϊόντα από το κατάστημα.
she pilfered cookies from the jar when no one was looking.
Εκείνη κλέψε παγωτά από το ποτήρι όταν δεν είχε κανένας παρατηρητής.
he was caught pilfering supplies from the office.
Τον πιάσανε να κλέβει υλικά από το γραφείο.
the children pilfered candy from the halloween stash.
Τα παιδιά κλέψανε τούρτα από το αποθηκευμένο του Χριστούγεννου.
they discovered that someone had pilfered funds from the charity.
Ανακάλυψαν ότι κάποιος είχε κλέψει χρήματα από την φιλανθρωπία.
he pilfered a few dollars from his brother's wallet.
Εκείνος κλέψε κάποια δολάρια από την τσιπέτα του αδελφού του.
during the investigation, it was revealed that he had pilfered office supplies.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, αποκαλύφθηκε ότι είχε κλέψει υλικά γραφείου.
the artist was accused of having pilfered ideas from other creators.
Ο καλλιτέχνης καταγγέλθηκε για το ότι είχε κλέψει ιδέες από άλλους δημιουργούς.
she pilfered some time from her busy schedule to help a friend.
Εκείνη κλέψε κάποιο χρόνο από το ασχολημένο της πρόγραμμα για να βοηθήσει ένα φίλο.
he pilfered knowledge from various sources to write his book.
Εκείνος κλέψε γνώση από διάφορες πηγές για να γράψει το βιβλίο του.
pilfered goods
κλεμμένα προϊόντα
pilfered items
κλεμμένα αντικείμενα
pilfered funds
κλεμμένα χρήματα
pilfered assets
κλεμμένα περιουσιακά στοιχεία
pilfered documents
κλεμμένα έγγραφα
pilfered merchandise
κλεμμένα εμπορεύματα
pilfered treasures
κλεμμένα τιμήματα
pilfered secrets
κλεμμένα μυστικά
pilfered data
κλεμμένα δεδομένα
pilfered supplies
κλεμμένα υλικά
the thief pilfered valuable items from the store.
Ο ληστρικός κλέψε αξιολογημένα προϊόντα από το κατάστημα.
she pilfered cookies from the jar when no one was looking.
Εκείνη κλέψε παγωτά από το ποτήρι όταν δεν είχε κανένας παρατηρητής.
he was caught pilfering supplies from the office.
Τον πιάσανε να κλέβει υλικά από το γραφείο.
the children pilfered candy from the halloween stash.
Τα παιδιά κλέψανε τούρτα από το αποθηκευμένο του Χριστούγεννου.
they discovered that someone had pilfered funds from the charity.
Ανακάλυψαν ότι κάποιος είχε κλέψει χρήματα από την φιλανθρωπία.
he pilfered a few dollars from his brother's wallet.
Εκείνος κλέψε κάποια δολάρια από την τσιπέτα του αδελφού του.
during the investigation, it was revealed that he had pilfered office supplies.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, αποκαλύφθηκε ότι είχε κλέψει υλικά γραφείου.
the artist was accused of having pilfered ideas from other creators.
Ο καλλιτέχνης καταγγέλθηκε για το ότι είχε κλέψει ιδέες από άλλους δημιουργούς.
she pilfered some time from her busy schedule to help a friend.
Εκείνη κλέψε κάποιο χρόνο από το ασχολημένο της πρόγραμμα για να βοηθήσει ένα φίλο.
he pilfered knowledge from various sources to write his book.
Εκείνος κλέψε γνώση από διάφορες πηγές για να γράψει το βιβλίο του.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now