pincer

[US]/ˈpɪn.sər/
[UK]/ˈpɪn.sɚ/
Frequency: Very High

Translation

n. (κραστασιακό) ακρίδα; περσίδες
Word Forms
Pluralpincers

Phrases & Collocations

pincer movement

κινητική περικλεισμού

pincer grasp

περικλεισμός

pincer action

δράση περικλεισμού

pincer attack

επίθεση περικλεισμού

pincer style

στυλ περικλεισμού

pincer effect

αποτέλεσμα περικλεισμού

pincer tool

εργαλείο περικλεισμού

pincer fit

προσαρμογή περικλεισμού

pincer hold

κράτημα περικλεισμού

pincer clip

κλιπ περικλεισμού

Example Sentences

the crab uses its pincer to catch prey.

το καραβάτσο χρησιμοποιεί το πιντσαράκι του για να πιάσει τροφή.

he picked up the small object with a pincer.

το πήρε με ένα πιντσαράκι.

the pincer movement in battle was highly effective.

η κίνηση του πιντσαράκι στη μάχη ήταν πολύ αποτελεσματική.

she carefully used the pincer to remove the splinter.

επενέδραμε προσεκτικά το πιντσαράκι για να αφαιρέσει το σπινθήρα.

the lobster's pincer is quite powerful.

το πιντσαράκι του καρίδα είναι πολύ δυνατό.

he felt a sharp pinch from the pincer.

αισθήθηκε ένα ξαφνικό πιντσαράκι.

the technician used a pincer to manipulate the wires.

ο τεχνικός χρησιμοποίησε ένα πιντσαράκι για να χειριστεί τα καλώδια.

she wore gloves while handling the pincer.

φόρεσε γάντια ενώ χειριζόταν το πιντσαράκι.

insects have pincers that help them grasp food.

τα εντόμα έχουν πιντσαράκια που τους βοηθούν να κρατούν τρόφιμα.

the pincer grip is essential for this task.

το πιντσαράκι είναι απαραίτητο για αυτήν την εργασία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now