pioneered research
πρωτοπορία ερευνών
pioneering work
πρωτοποριακή εργασία
pioneered the way
πρωτοπορία του τρόπου
pioneering spirit
πρωτοποριακό πνεύμα
pioneered development
πρωτοπορία ανάπτυξης
pioneered technology
πρωτοπορία τεχνολογίας
pioneering efforts
πρωτοποριακές προσπάθειες
pioneered solutions
πρωτοπορία λύσεων
pioneering role
πρωτοποριακό ρόλο
pioneered innovation
πρωτοπορία καινοτομίας
the company pioneered a new approach to customer service.
Η εταιρεία πρωτοπορούσε σε μια νέα προσέγγιση στην πελατεία.
she pioneered research into renewable energy sources.
Εκείνη πρωτοπορούσε έρευνα σε πηγές ανανεώσιμης ενέργειας.
the scientist pioneered the use of this technology.
Ο επιστήμονας πρωτοπορούσε τη χρήση αυτής της τεχνολογίας.
he pioneered the development of the software platform.
Εκείνος πρωτοπορούσε στην ανάπτυξη της πλατφόρμας λογισμικού.
the artist pioneered a unique style of painting.
Ο καλλιτέχνης πρωτοπορούσε σε μια μοναδική στυλ πίνακα.
they pioneered a new market for their product.
Εκείνοι πρωτοπορούσαν σε ένα νέο αγορά για το προϊόν τους.
the university pioneered online learning programs.
Το πανεπιστήμιο πρωτοπορούσε προγράμματα εκπαίδευσης online.
the inventor pioneered the concept of the smartphone.
Ο εφευρέτης πρωτοπορούσε την έννοια του smartphone.
the team pioneered a new surgical technique.
Ο ομάδα πρωτοπορούσε μια νέα χειρουργική τεχνική.
the organization pioneered efforts to protect the environment.
Η οργάνωση πρωτοπορούσε προσπάθειες για την προστασία του περιβάλλοντος.
the entrepreneur pioneered a business model focused on sustainability.
Ο επιχειρηματίας πρωτοπορούσε ένα μοντέλο επιχειρήσεων που εστιάζει στη βιωσιμότητα.
pioneered research
πρωτοπορία ερευνών
pioneering work
πρωτοποριακή εργασία
pioneered the way
πρωτοπορία του τρόπου
pioneering spirit
πρωτοποριακό πνεύμα
pioneered development
πρωτοπορία ανάπτυξης
pioneered technology
πρωτοπορία τεχνολογίας
pioneering efforts
πρωτοποριακές προσπάθειες
pioneered solutions
πρωτοπορία λύσεων
pioneering role
πρωτοποριακό ρόλο
pioneered innovation
πρωτοπορία καινοτομίας
the company pioneered a new approach to customer service.
Η εταιρεία πρωτοπορούσε σε μια νέα προσέγγιση στην πελατεία.
she pioneered research into renewable energy sources.
Εκείνη πρωτοπορούσε έρευνα σε πηγές ανανεώσιμης ενέργειας.
the scientist pioneered the use of this technology.
Ο επιστήμονας πρωτοπορούσε τη χρήση αυτής της τεχνολογίας.
he pioneered the development of the software platform.
Εκείνος πρωτοπορούσε στην ανάπτυξη της πλατφόρμας λογισμικού.
the artist pioneered a unique style of painting.
Ο καλλιτέχνης πρωτοπορούσε σε μια μοναδική στυλ πίνακα.
they pioneered a new market for their product.
Εκείνοι πρωτοπορούσαν σε ένα νέο αγορά για το προϊόν τους.
the university pioneered online learning programs.
Το πανεπιστήμιο πρωτοπορούσε προγράμματα εκπαίδευσης online.
the inventor pioneered the concept of the smartphone.
Ο εφευρέτης πρωτοπορούσε την έννοια του smartphone.
the team pioneered a new surgical technique.
Ο ομάδα πρωτοπορούσε μια νέα χειρουργική τεχνική.
the organization pioneered efforts to protect the environment.
Η οργάνωση πρωτοπορούσε προσπάθειες για την προστασία του περιβάλλοντος.
the entrepreneur pioneered a business model focused on sustainability.
Ο επιχειρηματίας πρωτοπορούσε ένα μοντέλο επιχειρήσεων που εστιάζει στη βιωσιμότητα.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now