pioneered

[US]/[ˈpɪəʊnɪəd]/
[UK]/[ˈpaɪəˌnɪərd]/
Frequency: Very High

Translation

v. Να είναι ο πρώτος να κάνει κάτι; να ξεκινήσει; Να αναπτύξει ή να είναι ο πρώτος να χρησιμοποιήσει ή να εφαρμόσει (μια νέα μέθοδο, πεδίο γνώσης κλπ.); Να πάει πριν από άλλους στην εξερεύνηση ή την εγκατάσταση μιας νέας περιοχής.
adj. Σχετικό με ή χαρακτηριστικό πρωτοπόρων.

Phrases & Collocations

pioneered research

πρωτοπορία ερευνών

pioneering work

πρωτοποριακή εργασία

pioneered the way

πρωτοπορία του τρόπου

pioneering spirit

πρωτοποριακό πνεύμα

pioneered development

πρωτοπορία ανάπτυξης

pioneered technology

πρωτοπορία τεχνολογίας

pioneering efforts

πρωτοποριακές προσπάθειες

pioneered solutions

πρωτοπορία λύσεων

pioneering role

πρωτοποριακό ρόλο

pioneered innovation

πρωτοπορία καινοτομίας

Example Sentences

the company pioneered a new approach to customer service.

Η εταιρεία πρωτοπορούσε σε μια νέα προσέγγιση στην πελατεία.

she pioneered research into renewable energy sources.

Εκείνη πρωτοπορούσε έρευνα σε πηγές ανανεώσιμης ενέργειας.

the scientist pioneered the use of this technology.

Ο επιστήμονας πρωτοπορούσε τη χρήση αυτής της τεχνολογίας.

he pioneered the development of the software platform.

Εκείνος πρωτοπορούσε στην ανάπτυξη της πλατφόρμας λογισμικού.

the artist pioneered a unique style of painting.

Ο καλλιτέχνης πρωτοπορούσε σε μια μοναδική στυλ πίνακα.

they pioneered a new market for their product.

Εκείνοι πρωτοπορούσαν σε ένα νέο αγορά για το προϊόν τους.

the university pioneered online learning programs.

Το πανεπιστήμιο πρωτοπορούσε προγράμματα εκπαίδευσης online.

the inventor pioneered the concept of the smartphone.

Ο εφευρέτης πρωτοπορούσε την έννοια του smartphone.

the team pioneered a new surgical technique.

Ο ομάδα πρωτοπορούσε μια νέα χειρουργική τεχνική.

the organization pioneered efforts to protect the environment.

Η οργάνωση πρωτοπορούσε προσπάθειες για την προστασία του περιβάλλοντος.

the entrepreneur pioneered a business model focused on sustainability.

Ο επιχειρηματίας πρωτοπορούσε ένα μοντέλο επιχειρήσεων που εστιάζει στη βιωσιμότητα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now