placid

[ΗΠΑ]/ˈplæsɪd/
[ΗΒ]/ˈplæsɪd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. ήρεμος και γαλήνιος
n. ηρεμία

Παραδείγματα Προτάσεων

He was a plump, placid boy.

Ήταν ένα παιδί παχουλό, ήρεμο.

people tend to take advantage of a placid nature.

οι άνθρωποι τείνουν να εκμεταλλεύονται μια ήρεμη φύση.

this horse has a placid nature.

Αυτό το άλογο έχει ήρεμο ταμπεραμέντο.

the placid waters of a small lake.

Τα ήρεμα νερά μιας μικρής λίμνης.

a sweet-natured girl of a placid disposition.

Ένα κορίτσι με καλό ταμπεραμέντο και ήρεμη διάθεση.

boatmen poling barges up a placid river.

Βαρκάδες με σχοινιά μεταφέρουν βάρκες σε ένα ήρεμο ποτάμι.

He merely lifted his eyebrows in placid deprecation of himself and everybody else.

Απλώς σήκωσε τα φρύδια του σε ήρεμη αποδοκιμασία για τον ίδιο και για όλους τους άλλους.

He whom it describes scarcely impressed one with the idea of a gentle, a yielding, an impressible or even of a placid nature.

Αυτός που περιγράφεται σπάνια εντυπωσίασε κανέναν με την ιδέα ενός ήπιου, υποχωρητικού, ευπλαστού ή ακόμα και ενός ήρεμου ταμπεραμέντου.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα