plucked

[US]/plʌkt/
[UK]/plʌkt/
Frequency: Very High

Translation

v. παραταγμένη μορφή και παραταγμένος συντονισμός του pluck; να σύρει κάτι έξω ή να το αφαιρέσει; να διασωθεί; να παίξει ένα χορδόραμα τραβώντας τις χορδές

Phrases & Collocations

plucked flower

αποσπασμένο λουλούδι

plucked string

αποσπασμένο σχοινί

plucked bird

αποσπασμένο πουλί

plucked fruit

αποσπασμένο φρούτο

plucked eyebrow

αποσπασμένη μάσχαλα

plucked feather

αποσπασμένο πτέρυγα

plucked guitar

αποσπασμένο κιθάρα

plucked rose

αποσπασμένο ρόδι

plucked chicken

αποσπασμένο κοτόπουλο

plucked heart

αποσπασμένο καρδιά

Example Sentences

the gardener plucked the ripe tomatoes from the vine.

Ο κηπουρός αποσπάσε από την ανθοφόρο τα ώριμα πομιδιά.

she plucked a flower from the garden for her hair.

Εκείνη αποσπάσε μια λουλούδα από το κήπο για τα μαλλιά της.

he plucked the strings of his guitar gently.

Εκείνος αποσπάσε με ελάχιστη πίεση τις χορδές του κιθαριού του.

the chef plucked fresh herbs for the dish.

Ο παγατιστής αποσπάσε νεοφυή χυμούς για το πιάτο.

she plucked up the courage to speak in public.

Εκείνη αποσπάσε την αυτοπεποίθηση να μιλήσει σε δημόσιο χώρο.

he plucked the feathers off the chicken.

Εκείνος αποσπάσε τα πτερύγια από το πουλί.

the child plucked a leaf from the tree.

Το παιδί αποσπάσε μια φύλλο από το δέντρο.

she plucked a few notes on the piano.

Εκείνη αποσπάσε μερικές νότες στο πιάνο.

he plucked the courage to ask her out.

Εκείνος αποσπάσε την αυτοπεποίθηση να την προσκληθεί.

they plucked the fruit just before it fell.

Εκείνοι αποσπάσε το φρούτο ακριβώς πριν πέσει.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now