podiatry

[US]/pəˈdaɪətri/
[UK]/pəˈdaɪətri/
Frequency: Very High

Translation

n. το κλάδο της ιατρικής που ασχολείται με τη διάγνωση και θεραπεία των προβλημάτων του ποδιού; ιατρική θεραπεία των ποδιών
Word Forms

Phrases & Collocations

podiatry clinic

κλινική πεδιατρικής περίθαλψης

podiatry care

περίθαλψη πεδιατρικής περίθαλψης

podiatry services

υπηρεσίες πεδιατρικής περίθαλψης

podiatry specialist

ειδικός πεδιατρικής περίθαλψης

podiatry practice

πρακτική πεδιατρικής περίθαλψης

podiatry treatment

θεραπεία πεδιατρικής περίθαλψης

podiatry assessment

αξιολόγηση πεδιατρικής περίθαλψης

podiatry technician

τεχνικός πεδιατρικής περίθαλψης

podiatry shoes

παπούτσια πεδιατρικής περίθαλψης

podiatry education

εκπαίδευση πεδιατρικής περίθαλψης

Example Sentences

she decided to pursue a career in podiatry.

αποφάσισε να ακολουθήσει καριέρα στην ποδιατρική.

podiatry is essential for diabetic patients.

η ποδιατρική είναι απαραίτητη για τους ασθενείς με διαβήτη.

many athletes seek podiatry services for injuries.

πολλοί αθλητές αναζητούν υπηρεσίες ποδιατρικής για τραυματισμούς.

podiatry clinics often offer custom orthotics.

τα κέντρα ποδιατρικής παρέχουν συχνά προσαρμοσμένες ορθόπεδες.

understanding podiatry can help prevent foot problems.

η κατανόηση της ποδιατρικής μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη προβλημάτων στα πόδια.

she specializes in pediatric podiatry.

ειδικεύεται στην παιδιατρική ποδιατρική.

podiatry education includes both theory and practice.

η εκπαίδευση στην ποδιατρική περιλαμβάνει και θεωρία και πρακτική.

footwear plays a significant role in podiatry.

τα ρούχα για τα πόδια διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ποδιατρική.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now