polarizes

[US]/ˈpəʊləraɪzɪz/
[UK]/ˈpoʊləraɪzɪz/
Frequency: Very High

Translation

n. η πληθυστική μορφή του ρήματος polarize, που σημαίνει την ενέργεια της διαίρεσης σε διαφορετικές απόψεις
v. η τρίτη πρόσωπο μονού του ρήματος polarize, που σημαίνει να προκαλεί διαίρεση σε διαφορετικές απόψεις

Phrases & Collocations

politically polarizes

πολιτικά πολωνίζει

society polarizes

η κοινωνία πολωνίζει

discussion polarizes

η συζήτηση πολωνίζει

viewpoints polarizes

τα σημερινά σημεία πολωνίζουν

debate polarizes

η διαμάχη πολωνίζει

issue polarizes

το θέμα πολωνίζει

audience polarizes

ο κοινός πολωνίζει

media polarizes

τα ΜΜΕ πολωνίζουν

conversation polarizes

η συνομιλία πολωνίζει

public polarizes

ο κοινός πολωνίζει

Example Sentences

the debate on climate change polarizes public opinion.

η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή πολωνοποιεί τη δημοσιογραφική γνώμη.

his comments on the issue polarize the audience.

τα σχόλιά του για το θέμα πολωνοποιούν το κοινό.

the new policy polarizes the community.

η νέα πολιτική πολωνοποιεί την κοινότητα.

social media often polarizes discussions.

τα κοινωνικά δίκτυα πολωνοποιούν συχνά τις συζητήσεις.

the article polarizes readers into two camps.

το άρθρο πολωνοποιεί τους αναγνώστες σε δύο ομάδες.

his stance on the matter polarizes his colleagues.

η θέση του για το θέμα πολωνοποιεί τους συναδέλφους του.

the film polarizes critics and audiences alike.

το ταινία πολωνοποιεί και κριτικούς και θεατές.

the election results polarize the nation.

τα αποτελέσματα των εκλογών πολωνοποιούν τη χώρα.

her speech polarizes the participants at the conference.

η ομιλία της πολωνοποιεί τους συμμετέχοντες στη συνάντηση.

the controversial topic polarizes the discussion.

το πολιτικά επιτρεπτό θέμα πολωνοποιεί τη συζήτηση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now