polish

[ΗΠΑ]/ˈpɒlɪʃ/
[ΗΒ]/ˈpɑːlɪʃ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. η πράξη της λείανσης και γυαλούργησης κάτι κάποιου αντικειμένου με τρίψιμο
μια ουσία που χρησιμοποιείται για να κάνει κάτι λείο και γυαλιστερό
κομψότητα ή εκλεπτυσμός
η γλώσσα της Πολωνίας
vi. να κάνετε κάτι λείο και γυαλιστερό με τρίψιμο
vt. να κάνετε κάτι λείο και γυαλιστερό
adj. που σχετίζεται με την Πολωνία
Word Forms
Past Tensepolished
Present Participlepolishing
Third Person Singularpolishes
Pluralpolishes
Past Participlepolished

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

nail polish

βερνίκι νυχιών

shoe polish

πορτσολούγκο

polishing cloth

πανί για γυάλισμα

furniture polish

πορτσολούγκο για έπιπλα

car polish

πορτσολούγκο για αυτοκίνητο

polish off

γυάλισμα

polish up

γυάλισμα

high polish

υψηλό γυάλισμα

spit and polish

γυάλισμα και περιποίηση

wax polish

πορτσολούγκο με κερί

mirror polish

γυαλιστερό σαν καθρέφτη

Παραδείγματα Προτάσεων

Rub the polish in.

Τρίψτε το πολτό.

a worker of Polish extraction.

ένας εργάτης πολωνικής καταγωγής.

They polished the car.

Έτριψαν το αυτοκίνητο.

Use brown polish on these shoes.

Χρησιμοποιήστε καφέ πολτό σε αυτά τα παπούτσια.

the Polish–German border was inviolable.

το Πολωνο-Γερμανικό σύνορο ήταν απαραβίαστο.

they polished off most of the sausages.

Έφαγαν γρήγορα τα περισσότερα λουκάνικα.

a polished mahogany table.

ένα γυαλισμένο τραπέζι από μαόνι.

he was polished and charming.

Ήταν κομψός και γοητευτικός.

use boot polish to try and get a shine.

Χρησιμοποιήστε πολτό για μπότες για να προσπαθήσετε να πετύχετε μια λάμψη.

polished the silver and the brass.

Έτριψαν το ασήμι και τον χαλκό.

shoe polish; a shoe shop.

πολτός για παπούτσια· ένα κατάστημα υποδημάτων.

He polished the car.

Έτριψε το αυτοκίνητο.

He polished the floor smooth.

Έτριψε το πάτωμα μέχρι να γίνει λείο.

The polish is rubbed off.

Ο πολτός έχει τρίψει.

The children polished off the cake.

Τα παιδιά έφαγαν γρήγορα την τούρτα.

We can soon polish off that job.

Μπορούμε σύντομα να τελειώσουμε αυτήν την εργασία.

a brief outline of Polish history

μια σύντομη επισκόπηση της ιστορίας της Πολωνίας

polishing one's piano technique; polished up the lyrics.

βελτίωση της τεχνικής πιάνου· βελτίωσε τους στίχους.

My spoken Polish is better than my written Polish.

Τα προφορικά μου πολωνικά είναι καλύτερα από τα γραπτά μου πολωνικά.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα