polishes

[US]/ˈpɒlɪʃɪz/
[UK]/ˈpɑːlɪʃɪz/
Frequency: Very High

Translation

v. (κάνει) λείο, αποχρωματίζει; διορθώνει; προσθέτει επιπλέον στοιχεία; (κάνει λείο με κερί ή άλλα μέσα)

Phrases & Collocations

shiny polishes

λαμπρυντικά

nail polishes

λαμπρυντικά νυχιών

metal polishes

λαμπρυντικά μετάλλων

car polishes

λαμπρυντικά αυτοκινήτου

wood polishes

λαμπρυντικά ξύλου

floor polishes

λαμπρυντικά δαπέδου

shoe polishes

λαμπρυντικά παπουτσιών

glass polishes

λαμπρυντικά γυαλιού

ceramic polishes

λαμπρυντικά κεραμικού

buffing polishes

λαμπρυντικά πολιρισμού

Example Sentences

she polishes her shoes every week.

Εκείνη πολιτεύει τα παπούτσια της κάθε εβδομάδα.

the artist polishes his painting until it shines.

Ο καλλιτέχνης πολιτεύει το πίνακα του μέχρι να λάμψει.

he polishes his resume before applying for jobs.

Εκείνος πολιτεύει το βιογραφικό του πριν από την υποβολή αιτήσεων για θέσεις εργασίας.

she polishes her skills through regular practice.

Εκείνη πολιτεύει τις δεξιότητες της μέσω κανονικής πρακτικής.

the team polishes their presentation for the big meeting.

Ο ομάδα πολιτεύει την παρουσίασή της για τη μεγάλη συνάντηση.

he polishes the furniture to keep it looking new.

Εκείνος πολιτεύει τα κατσαρόλια για να παραμείνει νέο.

the editor polishes the article before publication.

Ο επεξεργαστής πολιτεύει το άρθρο πριν από τη δημοσίευση.

she polishes her nails every weekend.

Εκείνη πολιτεύει τις ονυχιές της κάθε τέλος του τριμήνου.

the coach polishes the players' techniques during practice.

Ο προπονητής πολιτεύει τις τεχνικές των παικτών κατά τη διάρκεια της προπόνησης.

he polishes his guitar skills by playing daily.

Εκείνος πολιτεύει τις δεξιότητες του στο κιθάρα παίζοντας καθημερινά.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now