pouty

[US]/ˈpaʊti/
[UK]/ˈpaʊti/
Frequency: Very High

Translation

adj. έχοντα ρυπαρό ή αντιπαθητικό πρόσωπο; που είναι επιπλεγμένο ή προεξέχοντα, όπως τα χείλη σε μια προσπάθεια να πειράξει

Phrases & Collocations

pouty lips

σαγιονισμένα χείλη

pouty face

παραστατικό πρόσωπο

pouty look

παραστατική εμφάνιση

pouty expression

παραστατική έκφραση

pouty girl

παραστατική κοπέλα

pouty attitude

παραστατική στάση

pouty smile

παραστατικό χαμόγελο

pouty cheeks

παραστατικές κεφαλαίες

pouty pout

παραστατικό παραστατικό

pouty pose

παραστατική θέση

Example Sentences

she gave him a pouty look when he forgot her birthday.

του έδωσε μια προσωπική ματιά όταν ξεχάσει τη γενέθλιά της.

the child looked pouty after being told to clean his room.

το παιδί έδειχνε προσωπικό μετά από ότι του είπαν να καθαρίσει το δωμάτιό του.

her pouty lips were irresistible in the summer sun.

τα προσωπικά της χείλια ήταν αντιστρεπτά στον θερινό ήλιο.

he tried to cheer her up, but she remained pouty.

προσπάθησε να την ενθαρρύνει, αλλά παρέμεινε προσωπική.

the model posed with a pouty expression for the photoshoot.

η μοντέλο έκανε προσωπική έκφραση για τη φωτογραφία.

she always looks pouty when she doesn't get her way.

πάντα έχει προσωπική όταν δεν πάρει το που θέλει.

his pouty demeanor made it hard to take him seriously.

η προσωπική του συμπεριφορά έκανε δύσκολο να τον πάρει σοβαρά.

after the argument, she sat there with a pouty face.

μετά τη συζήτηση, έμενε εκεί με μια προσωπική πρόσωπο.

the pouty puppy looked up at me with big, sad eyes.

το προσωπικό σκύλο κοιτούσε πάνω μου με μεγάλα, λυπημένα μάτια.

he couldn't help but smile at her pouty expression.

δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο να χαμογελάσει στην προσωπική της έκφραση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now