precarious

[ΗΠΑ]/prɪˈkeəriəs/
[ΗΒ]/prɪˈkeriəs/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. εξαρτώμενος από την τύχη· αβέβαιος και ανασφαλής· ασταθής.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

precarious situation

επικίνδυνη κατάσταση

precarious position

επικίνδυνη θέση

precarious balance

αβέβαιη ισορροπία

precarious financial situation

επικίνδυνη οικονομική κατάσταση

precarious living conditions

επικίνδυες συνθήκες διαβίωσης

Παραδείγματα Προτάσεων

a precarious posture; precarious footing on the ladder.

μια επισφαλής στάση· επισφαλής θέση στη σκάλα.

the country's increasingly precarious economic position.

η ολοένα και πιο επισφαλής οικονομική θέση της χώρας.

a precarious solution to a difficult problem.

μια επισφαλής λύση σε ένα δύσκολο πρόβλημα.

she made a precarious living by writing.

έκανε μια επισφαλές βιοπορισμό κάνοντας συγγραφή.

He earns a precarious living as a window washer.

Κερδίζει ένα επισφαλές βιοπορισμό ως καθαριστής παραθύρων.

A soldier leads a very precarious life.

Ένας στρατιώτης οδηγεί μια πολύ επισφαλές ζωή.

They eke out a precarious existence foraging in rubbish dumps.

Εξασφαλίζουν μια επισφαλές επιβίωση ψάχνοντας στα σκουπίδια.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα