genetic predispositions
γενετικές προδιαθέσεις
behavioral predispositions
συμπεριφορικές προδιαθέσεις
psychological predispositions
ψυχολογικές προδιαθέσεις
innate predispositions
φυσικές προδιαθέσεις
cultural predispositions
πολιτιστικές προδιαθέσεις
social predispositions
κοινωνικές προδιαθέσεις
emotional predispositions
συναισθηματικές προδιαθέσεις
health predispositions
υγειονομικές προδιαθέσεις
environmental predispositions
περιβαλλοντικές προδιαθέσεις
individual predispositions
προσωπικές προδιαθέσεις
people often have predispositions towards certain careers based on their interests.
Οι άνθρωποι συχνά έχουν προδιαθέσεις προς ορισμένες καριέρες βασισμένες στα ενδιαφέροντά τους.
her predispositions for music were evident from a young age.
Οι προδιαθέσεις της για μουσική ήταν φανερές από νέα ηλικία.
genetic predispositions can influence our health and behavior.
Οι γενετικές προδιαθέσεις μπορούν να επηρεάσουν την υγεία και τη συμπεριφορά μας.
understanding our predispositions can help us make better choices.
Η κατανόηση των προδιαθέσεων μας μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε καλύτερες επιλογές.
he has predispositions that make him excel in sports.
Έχει προδιαθέσεις που του επιτρέπουν να εξαιρετικεύεται στον αθλητισμό.
her predispositions towards leadership were recognized early on.
Οι προδιαθέσεις της προς την ηγεσία αναγνωρίστηκαν νωρίς.
predispositions can shape our relationships with others.
Οι προδιαθέσεις μπορούν να σχηματίσουν τις σχέσεις μας με άλλους.
many factors contribute to our predispositions in life.
Πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στις προδιαθέσεις μας στη ζωή.
his predispositions were a result of both nature and nurture.
Οι προδιαθέσεις του ήταν αποτέλεσμα και της φύσης και της παιδείας.
awareness of our predispositions can lead to personal growth.
Η συνειδητοποίηση των προδιαθέσεων μας μπορεί να οδηγήσει σε προσωπική ανάπτυξη.
genetic predispositions
γενετικές προδιαθέσεις
behavioral predispositions
συμπεριφορικές προδιαθέσεις
psychological predispositions
ψυχολογικές προδιαθέσεις
innate predispositions
φυσικές προδιαθέσεις
cultural predispositions
πολιτιστικές προδιαθέσεις
social predispositions
κοινωνικές προδιαθέσεις
emotional predispositions
συναισθηματικές προδιαθέσεις
health predispositions
υγειονομικές προδιαθέσεις
environmental predispositions
περιβαλλοντικές προδιαθέσεις
individual predispositions
προσωπικές προδιαθέσεις
people often have predispositions towards certain careers based on their interests.
Οι άνθρωποι συχνά έχουν προδιαθέσεις προς ορισμένες καριέρες βασισμένες στα ενδιαφέροντά τους.
her predispositions for music were evident from a young age.
Οι προδιαθέσεις της για μουσική ήταν φανερές από νέα ηλικία.
genetic predispositions can influence our health and behavior.
Οι γενετικές προδιαθέσεις μπορούν να επηρεάσουν την υγεία και τη συμπεριφορά μας.
understanding our predispositions can help us make better choices.
Η κατανόηση των προδιαθέσεων μας μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε καλύτερες επιλογές.
he has predispositions that make him excel in sports.
Έχει προδιαθέσεις που του επιτρέπουν να εξαιρετικεύεται στον αθλητισμό.
her predispositions towards leadership were recognized early on.
Οι προδιαθέσεις της προς την ηγεσία αναγνωρίστηκαν νωρίς.
predispositions can shape our relationships with others.
Οι προδιαθέσεις μπορούν να σχηματίσουν τις σχέσεις μας με άλλους.
many factors contribute to our predispositions in life.
Πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στις προδιαθέσεις μας στη ζωή.
his predispositions were a result of both nature and nurture.
Οι προδιαθέσεις του ήταν αποτέλεσμα και της φύσης και της παιδείας.
awareness of our predispositions can lead to personal growth.
Η συνειδητοποίηση των προδιαθέσεων μας μπορεί να οδηγήσει σε προσωπική ανάπτυξη.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now