preeminent

[ΗΠΑ]/pri:ˈemɪnənt/
[ΗΒ]/priˈɛmənənt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. εξαιρετικός· ανώτερος

Παραδείγματα Προτάσεων

to a preeminent degree.

σε εξέχοντα βαθμό.

to hold a preeminent position.

να κατέχει μια κορυφαία θέση.

the preeminent writer of our time

ο εξέχων συγγραφέας της εποχής μας

He is the preeminent tenor of the modern era.

Είναι ο εξέχων τενόρος της σύγχρονης εποχής.

Fine morality is preeminent "Governing" society benefaction.

Η υψηλή ηθική είναι πρωταρχικής σημασίας για την ευεργετική διακυβέρνηση της κοινωνίας.

Wheelabrator has established itself as the preeminent provider of blasting and peening equipment in the surface preparation industry for the past 100 years.

Η Wheelabrator έχει καθιερωθεί ως ο κορυφαίος πάροχος εξοπλισμού blasting και peening στη βιομηχανία προετοιμασίας επιφανειών για τα τελευταία 100 χρόνια.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα