preying

[ΗΠΑ]/pre/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

Παραδείγματα Προτάσεων

this is a mean type of theft by ruthless people preying on the elderly.

This matter has been preying on my mind all day.

This problem has been preying on my mind all day.

The death of his father is really preying on his mind at the moment. He thinks it was his fault.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα