principled

[ΗΠΑ]/'prɪnsɪp(ə)ld/
[ΗΒ]/'prɪnsəpld/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. με ισχυρές αρχές, με ηθικές αρχές.
Word Forms
Past Participleprincipled
Past Tenseprincipled

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

highly principled

βαθιά ορθόδοξος

Παραδείγματα Προτάσεων

a coherent and principled approach.

μια συνεκτική και βασισμένη σε αρχές προσέγγιση.

persist in principled stand

επιμονή σε βασισμένη σε αρχές στάση

a principled decision; a highly principled person.

μια απόφαση βασισμένη σε αρχές· ένα άτομο με έντονα ηθικά χαρακτηριστικά.

Character sober、principled、responsibility rather better,thole.

Χαρακτήρας νηφάλιος, βασισμένος σε αρχές, ευθύνη μάλλον καλύτερη, ανθεκτικός.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα