| Past Participle | principled |
| Past Tense | principled |
highly principled
βαθιά ορθόδοξος
a coherent and principled approach.
μια συνεκτική και βασισμένη σε αρχές προσέγγιση.
persist in principled stand
επιμονή σε βασισμένη σε αρχές στάση
a principled decision; a highly principled person.
μια απόφαση βασισμένη σε αρχές· ένα άτομο με έντονα ηθικά χαρακτηριστικά.
Character sober、principled、responsibility rather better,thole.
Χαρακτήρας νηφάλιος, βασισμένος σε αρχές, ευθύνη μάλλον καλύτερη, ανθεκτικός.
highly principled
βαθιά ορθόδοξος
a coherent and principled approach.
μια συνεκτική και βασισμένη σε αρχές προσέγγιση.
persist in principled stand
επιμονή σε βασισμένη σε αρχές στάση
a principled decision; a highly principled person.
μια απόφαση βασισμένη σε αρχές· ένα άτομο με έντονα ηθικά χαρακτηριστικά.
Character sober、principled、responsibility rather better,thole.
Χαρακτήρας νηφάλιος, βασισμένος σε αρχές, ευθύνη μάλλον καλύτερη, ανθεκτικός.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα