prohibitions

[US]/prəˌhɪbɪˈʃənz/
[UK]/proʊˌhɪbɪˈʃənz/
Frequency: Very High

Translation

n. νόμοι ή κανόνες που απαγορεύουν κάτι· η πράξη της απαγόρευσης κάτις· ειδικά αναφέρεται στην απαγόρευση του αλκοόλ

Phrases & Collocations

legal prohibitions

νομικές απαγορεύσεις

strict prohibitions

αυστηρές απαγορεύσεις

total prohibitions

συνολικές απαγορεύσεις

certain prohibitions

συγκεκριμένες απαγορεύσεις

absolute prohibitions

απόλυτες απαγορεύσεις

temporary prohibitions

προσωρινές απαγορεύσεις

new prohibitions

νέες απαγορεύσεις

existing prohibitions

υπάρχουσες απαγορεύσεις

universal prohibitions

παγκόσμιες απαγορεύσεις

specific prohibitions

συγκεκριμένες απαγορεύσεις

Example Sentences

there are strict prohibitions on smoking in public places.

υπάρχουν αυστηροί περιορισμοί για το καπνίσμα σε δημόσιους χώρους.

many countries have prohibitions against importing certain goods.

πολλές χώρες έχουν περιορισμούς για την εισαγωγή ορισμένων προϊόντων.

prohibitions on alcohol consumption vary by region.

οι περιορισμοί στην κατανάλωση αλκοόλ διαφέρουν ανά περιοχή.

students should be aware of the prohibitions in the school handbook.

οι μαθητές πρέπει να είναι ενήμεροι για τους περιορισμούς στο εγχειρίδιο του σχολείου.

the prohibitions imposed by the government aim to protect public health.

οι περιορισμοί που επιβάλλει το κράτος έχουν ως σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας.

there are prohibitions against using mobile phones during the exam.

υπάρχουν περιορισμοί για τη χρήση κινητών τηλεφώνων κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

prohibitions on littering are enforced in many cities.

οι περιορισμοί για την απόρριψη απορριμμάτων εφαρμόζονται σε πολλές πόλεις.

local prohibitions on fishing help to preserve marine life.

οι τοπικοί περιορισμοί για την αλιεία βοηθούν στη διατήρηση της θαλάσσιας ζωής.

understanding the prohibitions in the workplace is essential for employees.

η κατανόηση των περιορισμών στο χώρο εργασίας είναι απαραίτητη για τους εργαζόμενους.

prohibitions against discrimination are enforced by law.

οι περιορισμοί για τη διάκριση εφαρμόζονται από το νόμο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now