puppets

[US]/ˈpʌpɪts/
[UK]/ˈpʌpɪts/
Frequency: Very High

Translation

n. πληθυσμός του χαρακιού; κομμωτικά; άτομα ή ομάδες που ελέγχονται από άλλους; χαρακιοί

Phrases & Collocations

hand puppets

κατασκευές με χέρια

puppet show

παραστάσεις με κουστούμια

puppet master

κατασκευαστής παπουνιών

puppet theater

θέατρο παπουνιών

shadow puppets

σκιογραφικές κατασκευές

puppets on strings

παπουνιές με σχοινιά

puppet play

παράσταση με κουστούμια

sock puppets

παπουνιές με κάλτσες

puppet characters

χαρακτήρες παπουνιών

puppet performance

παράσταση παπουνιών

Example Sentences

children love to play with puppets.

τα παιδιά αγαπούν να παίζουν με παπουνά.

the puppets performed a funny skit.

τα παπουνά έκαναν μια γελοία παράσταση.

she made puppets out of socks.

τα έκανε από κάλτσες.

puppets can be used to tell stories.

τα παπουνά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να περιστατικά.

the puppet show was a big hit.

η παράσταση με παπουνά ήταν μεγάλη επιτυχία.

he enjoys creating puppets for the theater.

αρέσει να φτιάχνει παπουνά για το θέατρο.

puppets can help children learn new concepts.

τα παπουνά μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να μάθουν νέες έννοιες.

they held a workshop on making puppets.

διοργάνωσαν ένα εργαστήριο για την κατασκευή παπουνών.

the puppets danced to the music.

τα παπουνά χορεύαν στη μουσική.

puppets have been used in cultures around the world.

τα παπουνά έχουν χρησιμοποιηθεί σε πολιτισμούς σε όλο τον κόσμο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now