pursues

[US]/pəˈsjuːz/
[UK]/pərˈsuːz/
Frequency: Very High

Translation

v. να συνεχίζει ή να διατηρεί κάτι; να αναζητά ή να προσπαθεί για κάτι; να εμπλέκεται σε μια δραστηριότητα ή διαδικασία; να κυνηγά ή να ακολουθεί για να πιάσει

Phrases & Collocations

pursues happiness

διώκει την ευτυχία

pursues excellence

διώκει την εξαιρετικότητα

pursues knowledge

διώκει τη γνώση

pursues goals

διώκει τους στόχους

pursues success

διώκει την επιτυχία

pursues dreams

διώκει τα όνειρα

pursues truth

διώκει την αλήθεια

pursues justice

διώκει τη δικαιοσύνη

pursues adventure

διώκει τις περιπέτειες

pursues passion

διώκει την πάσχηση

Example Sentences

she pursues her dreams with determination.

ακολουθεί τα όνειρά της με αποφασιστικότητα.

the student pursues knowledge tirelessly.

το μαθητής ακολουθεί γνώση χωρίς παύση.

he pursues a career in medicine.

ακολουθεί μια καριέρα στην ιατρική.

the athlete pursues excellence in every competition.

ο αθλητής ακολουθεί εξαιρετική εμφάνιση σε κάθε αγώνα.

she pursues happiness in her everyday life.

ακολουθεί την ευτυχία στην καθημερινή της ζωή.

the company pursues innovation to stay competitive.

η εταιρεία ακολουθεί καινοτομία για να παραμείνει ανταγωνιστική.

he pursues his interests in art and music.

ακολουθεί τα ενδιαφέροντα του στην τέχνη και τη μουσική.

they pursue justice for the victims.

ακολουθούν δικαιοσύνη για τους θύματες.

she pursues fitness through regular exercise.

ακολουθεί υγιεινή ζωή μέσω τακτικής άσκησης.

the researcher pursues answers to complex questions.

ο ερευνητής ακολουθεί απαντήσεις σε πολύπλοκες ερωτήσεις.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now