quaked

[US]/kweɪkd/
[UK]/kweɪkd/
Frequency: Very High

Translation

v. τρέμει ή ταραγμένος, ιδιαίτερα λόγω φόβου ή ψυχρότητας; το έδαφος τρέμει

Phrases & Collocations

earthquakes quaked

σεισμοί ταραχώθηκαν

ground quaked

το έδαφος ταραχώθηκε

hearts quaked

τα καρδιά ταραχώθηκαν

houses quaked

τα σπίτια ταραχώθηκαν

nerves quaked

τα νεύρα ταραχώθηκαν

spirits quaked

τα πνεύματα ταραχώθηκαν

world quaked

ο κόσμος ταραχώθηκε

fear quaked

η φόβος ταραχώθηκε

voices quaked

τα φωνές ταραχώθηκαν

heavens quaked

τα ουρανοί ταραχώθηκαν

Example Sentences

the ground quaked during the earthquake.

το έδαφος τρέμγε κατά τη διάρκεια του σεισμού.

her voice quaked with emotion as she spoke.

η φωνή της τρέμγε από συναισθήματα όταν μιλούσε.

the building quaked under the strong winds.

το κτίριο τρέμγε υπό τα ισχυρά αέρα.

he quaked in fear at the sight of the ghost.

τρέμγε από φόβο με την όψη του πνεύματος.

my heart quaked when i heard the news.

το καρδιά μου τρέμγε όταν ακούσα τις ειδήσεις.

the dog's bark made the cat quaked.

το γάτο τρέμγε από το χειροκρατήμα του σκύλου.

the thunder quaked through the night sky.

το κεραυνό τρέμγε μέσω του νυχτερινού ουρανού.

she quaked with excitement at the surprise party.

τρέμγε από έκπληξη στην εκπλήξη πάρτι.

the earth quaked, causing landslides.

η γη τρέμγε, προκαλώντας χαμηλώσεις.

his hands quaked as he prepared to speak.

τα χέρια του τρέμγε όταν προετοιμαζόταν να μιλήσει.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now