earthquakes quaked
σεισμοί ταραχώθηκαν
ground quaked
το έδαφος ταραχώθηκε
hearts quaked
τα καρδιά ταραχώθηκαν
houses quaked
τα σπίτια ταραχώθηκαν
nerves quaked
τα νεύρα ταραχώθηκαν
spirits quaked
τα πνεύματα ταραχώθηκαν
world quaked
ο κόσμος ταραχώθηκε
fear quaked
η φόβος ταραχώθηκε
voices quaked
τα φωνές ταραχώθηκαν
heavens quaked
τα ουρανοί ταραχώθηκαν
the ground quaked during the earthquake.
το έδαφος τρέμγε κατά τη διάρκεια του σεισμού.
her voice quaked with emotion as she spoke.
η φωνή της τρέμγε από συναισθήματα όταν μιλούσε.
the building quaked under the strong winds.
το κτίριο τρέμγε υπό τα ισχυρά αέρα.
he quaked in fear at the sight of the ghost.
τρέμγε από φόβο με την όψη του πνεύματος.
my heart quaked when i heard the news.
το καρδιά μου τρέμγε όταν ακούσα τις ειδήσεις.
the dog's bark made the cat quaked.
το γάτο τρέμγε από το χειροκρατήμα του σκύλου.
the thunder quaked through the night sky.
το κεραυνό τρέμγε μέσω του νυχτερινού ουρανού.
she quaked with excitement at the surprise party.
τρέμγε από έκπληξη στην εκπλήξη πάρτι.
the earth quaked, causing landslides.
η γη τρέμγε, προκαλώντας χαμηλώσεις.
his hands quaked as he prepared to speak.
τα χέρια του τρέμγε όταν προετοιμαζόταν να μιλήσει.
earthquakes quaked
σεισμοί ταραχώθηκαν
ground quaked
το έδαφος ταραχώθηκε
hearts quaked
τα καρδιά ταραχώθηκαν
houses quaked
τα σπίτια ταραχώθηκαν
nerves quaked
τα νεύρα ταραχώθηκαν
spirits quaked
τα πνεύματα ταραχώθηκαν
world quaked
ο κόσμος ταραχώθηκε
fear quaked
η φόβος ταραχώθηκε
voices quaked
τα φωνές ταραχώθηκαν
heavens quaked
τα ουρανοί ταραχώθηκαν
the ground quaked during the earthquake.
το έδαφος τρέμγε κατά τη διάρκεια του σεισμού.
her voice quaked with emotion as she spoke.
η φωνή της τρέμγε από συναισθήματα όταν μιλούσε.
the building quaked under the strong winds.
το κτίριο τρέμγε υπό τα ισχυρά αέρα.
he quaked in fear at the sight of the ghost.
τρέμγε από φόβο με την όψη του πνεύματος.
my heart quaked when i heard the news.
το καρδιά μου τρέμγε όταν ακούσα τις ειδήσεις.
the dog's bark made the cat quaked.
το γάτο τρέμγε από το χειροκρατήμα του σκύλου.
the thunder quaked through the night sky.
το κεραυνό τρέμγε μέσω του νυχτερινού ουρανού.
she quaked with excitement at the surprise party.
τρέμγε από έκπληξη στην εκπλήξη πάρτι.
the earth quaked, causing landslides.
η γη τρέμγε, προκαλώντας χαμηλώσεις.
his hands quaked as he prepared to speak.
τα χέρια του τρέμγε όταν προετοιμαζόταν να μιλήσει.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now