quavered

[US]/ˈkwɛɪ.vəd/
[UK]/ˈkweɪ.vɚd/
Frequency: Very High

Translation

v. παρατακτική του quaver; να ταραχώνεται ή να τρέμει στην έννοια; να μιλά με τρεμουλιάσματα

Phrases & Collocations

quavered voice

τρεμουλιασμένη φωνή

quavered reply

τρεμουλιασμένη απάντηση

quavered tone

τρεμουλιασμένος τόνος

quavered words

τρεμουλιασμένες λέξεις

quavered song

τρεμουλιασμένο τραγούδι

quavered laughter

τρεμουλιασμένο γέλωμα

quavered speech

τρεμουλιασμένη ομιλία

quavered whisper

τρεμουλιασμένο ψιθυρισμός

quavered statement

τρεμουλιασμένη δήλωση

quavered breath

τρεμουλιασμένη αναπνοή

Example Sentences

her voice quavered as she spoke about her fears.

η φωνή της ταραγμένη όταν μίλησε για τους φόβους της.

the singer's voice quavered during the high notes.

η φωνή του τραγουδιστή ταραγμένη κατά τις υψηλές νότες.

he quavered with emotion while delivering the speech.

ταραγμένος από συναισθήματα ενώ παρέχει την ομιλία.

she quavered slightly when she realized the truth.

ταραγμένη ελαφρώς όταν κατάλαβε την αλήθεια.

the child's voice quavered with excitement.

η φωνή του παιδιού ταραγμένη από έκπληξη.

his hands quavered as he tried to write.

τα χέρια του ταραγμένα ενώ προσπαθούσε να γράψει.

she quavered in fear when she heard the loud noise.

ταραγμένη από φόβο όταν άκουσε το θόρυβο.

the actor's voice quavered during the emotional scene.

η φωνή του ηθοποιού ταραγμένη κατά την συναισθηματική σκηνή.

his voice quavered, revealing his uncertainty.

η φωνή του ταραγμένη, αποκαλύπτοντας την αβεβαιότητά του.

she quavered with laughter at the funny joke.

ταραγμένη από γέλωτα στην χιουμοριστική παρατήρηση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now