quenches

[US]/kwɛntʃɪz/
[UK]/kwɛnʧɪz/
Frequency: Very High

Translation

v. να ικανοποιήσει την πείνα; να τελειώσει κάτι; να σβήσει (ένα πυρετό, κλπ.) με νερό; να ψυχθεί (ένα ζεστό αντικείμενο) γρήγορα βυθίζοντάς το σε νερό

Phrases & Collocations

quenches thirst

πιεζει την πείνα

quenches fire

πιεζει τη φωτιά

quenches desire

πιεζει την επιθυμία

quenches curiosity

πιεζει την περιέργεια

quenches hunger

πιεζει την πείνα

quenches flames

πιεζει τις φλόγες

quenches heat

πιεζει τη θερμότητα

quenches passion

πιεζει την πάσχηση

quenches doubts

πιεζει τις αμφιβολίες

quenches needs

πιεζει τις ανάγκες

Example Sentences

the cold water quenches my thirst on a hot day.

το κρύο νερό πιεζει την πείνα μου σε ένα ζέστη μέρα.

she quenches her curiosity by reading books.

εκπληρώνει την περιέργεια της διαβάζοντας βιβλία.

the rain quenches the dry earth.

το βρέντο πιεζει την ξηρή γη.

he quenches his desire for adventure by traveling.

εκπληρώνει την επιθυμία του για εξερεύνηση ταξιδεύοντας.

this drink quenches the heat of summer.

αυτό το ποτό πιεζει τη ζεστασια του καλοκαιριος.

the fire was quenched with water.

το πυρ εξελιχτηκε με νερο.

she quenches her thirst with a refreshing smoothie.

εκπληρώνει την πείνα της με ένα προσεκτικό smoothie.

the ice cream quenches my sweet tooth.

το παγωτό πιεζει την γλυκιά μου δοντια.

he quenches his worries by meditating.

εκπληρώνει τις ανησυχίες του με την μεταβολή.

this book quenches my need for knowledge.

αυτό το βιβλίο πιεζει την ανάγκη μου για γνώση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now