quiets

[US]/ˈkwaɪəts/
[UK]/ˈkwaɪəts/
Frequency: Very High

Translation

v. να γίνεται ήρεμος ή να κάνει κάτι ήρεμο; να μειώνεται (πόνος, ανησυχία, φόβος, κλπ.); να επικυρώνεται (δικαίωμα περιουσίας, κλπ.) στο δίκαιο

Phrases & Collocations

quiets the mind

καλματισμός της ψυχής

quiets the crowd

καλματισμός του πολύλογου

quiets the noise

καλματισμός του θορύβου

quiets the soul

καλματισμός του πνεύματος

quiets restless thoughts

καλματισμός των ανεξέλεγκτων σκέψεων

quiets the heart

καλματισμός του καρδιάς

quiets anxious minds

καλματισμός των αγχωμένων νους

quiets the spirit

καλματισμός του πνεύματος

quiets the room

καλματισμός του δωματίου

quiets the storm

καλματισμός του τυφώνα

Example Sentences

the music quiets the mind.

Η μουσική ηρεμίζει το μυαλό.

she quiets the children before bedtime.

Η ηρεμίζει τα παιδιά πριν από την ώρα του ύπνου.

he quiets his thoughts through meditation.

Εκείνος ηρεμίζει τις σκέψεις του μέσω της μεταβολής.

the teacher quiets the class with a gentle voice.

Ο δάσκαλος ηρεμίζει την τάξη με ένα ευπρόσδεκτο φωνή.

a warm bath quiets her nerves.

Ένα ζεστό μπάνιο ηρεμίζει τους νευρικούς της.

the sunset quietly quiets the bustling city.

Η ηλιοθεραπεία ηρεμίζει ήπια την πολυσύχναστη πόλη.

nature quiets the chaos of daily life.

Η φύση ηρεμίζει την τάξη της καθημερινής ζωής.

he quietly quiets the dog during the storm.

Εκείνος ηρεμίζει ήπια το σκύλο κατά τη διάρκεια της βροχής.

the soft rain quietly quiets the atmosphere.

Η ήπια βροχή ηρεμίζει ήπια την ατμόσφαιρα.

a good book quietly quiets the restless mind.

Ένα καλό βιβλίο ηρεμίζει ήπια το αποστασιοποιημένο μυαλό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now