quivered

[US]/ˈkwɪv.əd/
[UK]/ˈkwɪv.ərd/
Frequency: Very High

Translation

v. παραταγμένη μορφή και παραταγμένος συμπληρωματικός του quiver; να τρέμει ή να ταραχώνεται; να ταραχώνεται ή να τρέμει
adj. τρεμουλιαστικός ή ταραχωδής

Phrases & Collocations

quivered voice

τρεμουλιασμένη φωνή

quivered lips

τρεμουλιασμένα χείλη

quivered heart

τρεμουλιασμένο καρδιά

quivered body

τρεμουλιασμένο σώμα

quivered hand

τρεμουλιασμένο χέρι

quivered breath

τρεμουλιασμένη αναπνοή

quivered eye

τρεμουλιασμένο μάτι

quivered spirit

τρεμουλιασμένο πνεύμα

quivered smile

τρεμουλιασμένο χαμόγελο

Example Sentences

the dog quivered in fear during the thunderstorm.

το σκυλί τρέμγε από τον φόβο κατά τη διάρκεια του κεραυνού.

she quivered with excitement as the concert began.

τρέμγε από την έκπληξη όταν ξεκίνησε η συναυλία.

his voice quivered when he spoke about his loss.

η φωνή του τρέμγε όταν μίλησε για την απώλεια του.

the leaves quivered in the gentle breeze.

τα φύλλα τρέμγαν στο ήπιο αέρα.

she quivered at the thought of facing her fears.

τρέμγε στο να αντιμετωπίσει τους φόβους της.

the rabbit quivered as it sensed danger nearby.

το κριαράκι τρέμγε όταν αισθάνθηκε κινδύνο στη γύρω περιοχή.

he quivered with anticipation before the big game.

τρέμγε από την προσδοκία πριν από το μεγάλο παιχνίδι.

the child quivered with joy upon receiving the gift.

το παιδί τρέμγε από τη χαρά όταν έλαβε το δώρο.

her hands quivered as she tried to write her name.

τα χέρια της τρέμγαν όταν προσπαθούσε να γράψει το όνομά της.

the actor's lips quivered during the emotional scene.

τα χείλη του ηθοποιού τρέμγαν κατά την συγκινητική σκηνή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now