race

[ΗΠΑ]/reɪs/
[ΗΒ]/reɪs/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. εθνικότητα, καταγωγή· οικογένεια, κοινωνική τάξη
vt. συναγωνίζομαι σε έναν αγώνα· να κάνω κάποιον να βιαστεί
vi. να συμμετέχω σε έναν διαγωνισμό· να κινηθώ με μεγάλη ταχύτητα
Word Forms
Past Tenseraced
Past Participleraced
Pluralraces
Third Person Singularraces
Present Participleracing

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

car race

αγώνας αυτοκινήτων

horse race

αγώνας αλόγων

sprint race

σπριντ αγώνας

marathon race

αγώνας μαραθωνίου

bicycle race

αγώνας ποδηλασίας

swimming race

αγώνας κολύμβησης

track race

σχολικός αγώνας

in the race

στον αγώνα

human race

ανθρώπινη φυλή

arms race

επιχείρηση εξοπλισμού

race against

αγώνας εναντίον

boat race

αγώνας σκαφών

race against time

αγώνας με τον χρόνο

relay race

σκυταλοδρομία

rat race

βίαιος ανταγωνισμός

race track

αγωνιστική πίστα

race relations

εθνοτικές σχέσεις

race course

αγωνοδρόμιο

a race of

μία φυλή

space race

διαστημικός αγώνας

race walking

περπάτημα αγώγιων

hurdle race

αγώνας με εμπόδια

outer race

εξωτερικός αγώνας

yellow race

κίτρινη φυλή

Παραδείγματα Προτάσεων

the race of birds.

η κούρσα των πουλιών.

The race is on.

Η κούρσα έχει ξεκινήσει.

the race of time.

η κούρσα του χρόνου.

to race with sb.

να τρέξω με κάποιον.

the race will be a close contest.

η κούρσα θα είναι μια συναρπαστική μάχη.

the race for nuclear power.

η κούρσα για την πυρηνική ενέργεια.

a prince of the race of Solomon.

ένας πρίγκιπας από τη φυλή του Σολομώντα.

won the race by a length.

κέρδισε τον αγώνα με ένα μήκος.

the race was held in the wet.

Ο αγώνας πραγματοποιήθηκε μέσα σε βρεγμένο έδαφος.

The race will be telecast live.

Ο αγώνας θα μεταδοθεί ζωντανά.

won the race with a jackrabbit start.

κέρδισε τον αγώνα με ένα γρήγορο ξεκίνημα.

a three-way race for the presidency.

ένας τριπλός αγώνας για την προεδρία.

ride a race with sb.

να συμμετέχω σε αγώνα με κάποιον.

I'll race you to that tree.

Θα σε αφήσω να τρέξεις μέχρι εκείνο το δέντρο.

cannot race a horse that is a cripple.

δεν μπορώ να τρέξω με ένα άλογο που είναι ανάπηρο.

We are in the race for the final victory.

Είμαστε στον αγώνα για την τελική νίκη.

I'll race you home.

Θα σε αφήσω να τρέξεις σπίτι.

a medley of races in Hawaii

ένα μείγμα αγώνων στη Χαβάη.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα