radiant

[ΗΠΑ]/ˈreɪdiənt/
[ΗΒ]/ˈreɪdiənt/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. λαμπερός· που εκπέμπει φως ή θερμότητα
n. ένα σημείο φωτός· ένα αντικείμενο που εκπέμπει φως.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

radiant smile

λαμπερό χαμόγελο

radiant beauty

λαμπερή ομορφιά

radiant energy

λαμπερή ενέργεια

radiant personality

λαμπερή προσωπικότητα

radiant heat

λαμπερή θερμότητα

radiant heating

ραδιάντιστη θέρμανση

radiant emittance

επιφάνεια ακτινοβολίας

radiant tube

σωλήνας ακτινοβολίας

radiant intensity

ένταση ακτινοβολίας

radiant point

σημείο ακτινοβολίας

radiant power

ισχύς ακτινοβολίας

radiant flux

φλοός ακτινοβολίας

Παραδείγματα Προτάσεων

The sun is a radiant body.

Ο ήλιος είναι ένα λαμπερό σώμα.

She was radiant with joy.

Έλαμπε από χαρά.

a radiant smile. A

ένα λαμπερό χαμόγελο. Ένα

she gave him a radiant smile.

του έδωσε ένα λαμπερό χαμόγελο.

He is doing research on radiant intensity.

Κάνει έρευνα για την λαμπερότητα.

a bird with radiant green and red plumage.

ένα πουλί με λαμπερό πράσινο και κόκκινο φτέρωμα.

he praised her radiant self-confidence.

έπαινε την λαμπερή αυτοπεποίθησή της.

There is no naïve unveiling of radiant modernism or a salvific future.

Δεν υπάρχει αφελής αποκάλυψη του λαμπερού μοντερνισμού ή ένα λυτρωτικό μέλλον.

He gave a radiant smile when he heard the news.

Έδωσε ένα λαμπερό χαμόγελο όταν άκουσε τα νέα.

Her face was radiant with delight at the good news.

Το πρόσωπό της έλαμπε από ευχαρίστηση για τα καλά νέα.

Average radiant intensity is simply the total radiated power divided by 4 π sterad.

Η μέση λαμπερότητα είναι απλώς η συνολική ακτινοβολούμενη ισχύς διαιρεμένη με 4 π στερεοσφαιρικά.

For example, the Boneclaw Impaler has “Radiant Weakness: Loses Reach 3 until the end of this creature's next turn.

Για παράδειγμα, ο Boneclaw Impaler έχει «Λαμπερή Αδυναμία: Χάνει Εμβέλεια 3 μέχρι το τέλος της επόμενης κίνησης αυτού του πλάσματος».

Petals white, obovate or subround, base cuneate, apex notched with small incurved lobule, outer petals in umbellule sometimes enlarged (radiant).

Πετάλια λευκά, οβαλικά ή υποκυκλικά, βάση κουνεάτη, άκρη με μικρή αμβλεία λοβία, εξωτερικά πέταλα σε σφαιροειδή μερικές φορές διευρυμένα (λαμπερά).

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα