rages

[US]/reɪdʒɪz/
[UK]/reɪdʒɪz/
Frequency: Very High

Translation

n. έντονη οργή; θυμός; έντονη ή ένταση οργής; πάθος
v. να δρα με βίαιη οργή; να βρίσκεται σε κατάσταση θυμού

Phrases & Collocations

road rages

τα επεισόδια οδικής έντασης

anger rages

το θυμό μου εκρήξει

fury rages

η θυμοσύνη εκρήξει

rage rages

το θυμό εκρήξει

storm rages

το βραστό καταρρέει

fire rages

το πυρετό εκρήξει

emotion rages

η συναισθηματική δραστηριότητα εκρήξει

conflict rages

το σύγκρουση εκρήξει

passion rages

η πάσχος εκρήξει

hatred rages

το μίσος εκρήξει

Example Sentences

she rages against the injustice in the world.

αγανακτεί εναντίον της αδικίας στον κόσμο.

he rages when things don't go his way.

αγανακτεί όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως θέλει εκείνος.

the storm rages on for hours.

το καταπραΰσμα αγανακτεί για ώρες.

she rages at her computer when it crashes.

αγανακτεί στον υπολογιστή της όταν συμβαίνει σφάλμα.

he rages over the unfair treatment he received.

αγανακτεί για την ανίκανη μεταχείριση που έχει πάρει.

the debate rages on about climate change.

η συζήτηση αγανακτεί για την αλλαγή κλίματος.

she rages with passion during the protest.

αγανακτεί με θυμό κατά τη διάρκεια της προσφοράς.

the wildfire rages through the forest.

το πυρκαγιά αγανακτεί μέσα στο δάσος.

he rages silently, holding back his anger.

αγανακτεί ήσυχα, κρατώντας τον θυμό του.

the argument rages between the two friends.

η συζήτηση αγανακτεί μεταξύ των δύο φιλικών.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now