rakes

[US]/reɪks/
[UK]/reɪks/
Frequency: Very High

Translation

n. πληθυσμός του rake; ένα ασυντόνο άντρας; η κλίση μιας σκηνής; πληθυσμός του rake; ένα εργαλείο συγκολλήσεως ακανθών
v. τρίτος πρόσωπος πληθυσμός του rake; να επιφανειοποιήσει με ένα rake; να συγκεντρώσει με ένα rake; να αναζητήσει σε παλιά αρχεία για γεγονότα

Phrases & Collocations

garden rakes

προσκοπίδες αυλής

leaf rakes

προσκοπίδες φύλλων

rakes leaves

προσκοπίζει φύλλα

rakes soil

προσκοπίζει γη

rakes grass

προσκοπίζει χορτοφάγο

rakes up

προσκοπίζει πάνω

rakes debris

προσκοπίζει απόβλητα

rakes yard

προσκοπίζει αυλή

rakes garden

προσκοπίζει κήπο

rakes leaves up

προσκοπίζει φύλλα πάνω

Example Sentences

she rakes the leaves every autumn.

Εκείνη συγκεντρώνει τα φύλλα κάθε φθινόπωρο.

the gardener rakes the soil to prepare for planting.

Ο κηπουρός συγκεντρώνει το έδαφος για να προετοιμάσει την καλλιέργεια.

he rakes in a lot of money from his business.

Εκείνος συγκεντρώνει πολλά χρήματα από την επιχείρησή του.

they raked the yard to make it look tidy.

Εκείνοι συγκεντρώνουν τον κήπο για να φαίνεται καθαρός.

she rakes through the files to find the document.

Εκείνη συγκεντρώνει τα αρχεία για να βρει το έγγραφο.

the child rakes sand at the beach.

Το παιδί συγκεντρώνει άμμο στην παραλία.

he rakes up the leaves and puts them in a bag.

Εκείνος συγκεντρώνει τα φύλλα και τα βάζει σε ένα σακούλι.

she rakes her hair back into a ponytail.

Εκείνη συγκεντρώνει τα μαλλιά της πίσω σε μια μπούκα.

they raked together to finish the job quickly.

Εκείνοι συγκεντρώνονται μαζί για να τελειώσουν γρήγορα τη δουλειά.

the storm rakes the coastline with strong winds.

Η βροχή συγκεντρώνει την ακτή με ισχυρούς ανέμους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now