rampages

[US]/ˈræmpeɪdʒɪz/
[UK]/ˈræmpeɪdʒɪz/
Frequency: Very High

Translation

n. έντονη ή άγρια συμπεριφορά, συχνά στη δημοσιότητα
v. να τρέχει ή να κινείται έντονα, συχνά λόγω έκπληξης ή οργής

Phrases & Collocations

violent rampages

βίος από απειλές

rampages of anger

επιθέσεις από θυμό

rampages through town

επιθέσεις στην πόλη

rampages in schools

επιθέσεις στα σχολεία

rampages of violence

επιθέσεις βίας

rampages of chaos

επιθέσεις τάξης

animal rampages

επιθέσεις ζώων

rampages of destruction

επιθέσεις από καταστροφή

rampages of rage

επιθέσεις από θυμό

rampages of terror

επιθέσεις τρόμου

Example Sentences

the wild animal rampages through the village.

το άγριο ζώο καταπατάει το χωριό.

the storm rampages across the coast, causing destruction.

το καταπτώμα καταπατά την ακτή, προκαλώντας καταστροφή.

the protesters rampage through the streets demanding change.

οι προσφύγες καταπατούν τις οδούς ζητώντας αλλαγές.

the video game features a character that rampages through cities.

το βιντεοπαιχνίδι περιλαμβάνει ένα χαρακτήρα που καταπατάει πόλεις.

after the team lost, the fans rampaged in the stadium.

μετά την ήττα της ομάδας, οι οπαδοί καταπατούν το γήπεδο.

the bull rampages in the arena during the festival.

το ταύρος καταπατάει την αρένα κατά τη διάρκεια της εορτής.

the hurricane rampaged through the coastal towns.

το χιονοθύλακας καταπατά τις ακτινοβολούμενες πόλεις.

he rampaged through the office after receiving bad news.

εκείνος καταπατάει το γραφείο μετά τη λήψη κακής ειδήσεως.

the angry mob rampaged through the city center.

η οργισμένη πολιτική ομάδα καταπατά το κέντρο της πόλης.

during the riot, the crowd rampaged and caused chaos.

κατά τη διάρκεια της διαμάχης, η πολιτική ομάδα καταπατά και προκαλεί ταραχή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now