| Past Tense | rarefied |
rarefied air
απαλός αέρας
rarefied atmosphere
απαλή ατμόσφαιρα
rarefied company
εκλεκτική συντροφιά
rarefied gas
απαλό αέριο
the rarefied air of the mountain tops
η αραρής ατμόσφαιρα των κορυφών των βουνών
rarefied air at high altitudes
αραρής αέρας σε μεγάλα υψόμετρα
rarefied taste in art
εκλεπτυσμένο γούστο στην τέχνη
rarefied circles of society
εκλεπτυσταμένα κοινωνικά κύκλα
rarefied language used in academic papers
εκλεπτυσμένη γλώσσα που χρησιμοποιείται σε ακαδημαϊκά έγγραφα
rarefied world of haute couture
εκλεπτυσμένος κόσμος της υψηλής ραπτικής
rarefied atmosphere of the opera house
εκλεπτυσμένη ατμόσφαιρα της όπερας
rarefied environment of a luxury spa
εκλεπτυσμένο περιβάλλον ενός πολυτελούς σπα
rarefied tastes of the elite
εκλεπτυσμένα γούστα της ελίτ
rarefied air
απαλός αέρας
rarefied atmosphere
απαλή ατμόσφαιρα
rarefied company
εκλεκτική συντροφιά
rarefied gas
απαλό αέριο
the rarefied air of the mountain tops
η αραρής ατμόσφαιρα των κορυφών των βουνών
rarefied air at high altitudes
αραρής αέρας σε μεγάλα υψόμετρα
rarefied taste in art
εκλεπτυσμένο γούστο στην τέχνη
rarefied circles of society
εκλεπτυσταμένα κοινωνικά κύκλα
rarefied language used in academic papers
εκλεπτυσμένη γλώσσα που χρησιμοποιείται σε ακαδημαϊκά έγγραφα
rarefied world of haute couture
εκλεπτυσμένος κόσμος της υψηλής ραπτικής
rarefied atmosphere of the opera house
εκλεπτυσμένη ατμόσφαιρα της όπερας
rarefied environment of a luxury spa
εκλεπτυσμένο περιβάλλον ενός πολυτελούς σπα
rarefied tastes of the elite
εκλεπτυσμένα γούστα της ελίτ
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα