ravished

[US]/ˈrævɪʃt/
[UK]/ˈrævɪʃt/
Frequency: Very High

Translation

v. γεμάτο με έντονη χαρά ή χαρά; να εντυπωσιάζει ή να μαγεύει; να πληροφορεί με συναισθήματα

Phrases & Collocations

ravished beauty

παρασυρμένη όμορφια

ravished by love

παρασυρμένος από την αγάπη

ravished heart

παρασυρμένο καρδιά

ravished soul

παρασυρμένη ψυχή

ravished by passion

παρασυρμένος από την πάσχηση

ravished by desire

παρασυρμένος από την επιθυμία

ravished landscape

παρασυρμένο περιβάλλον

ravished senses

παρασυρμένα αισθήματα

ravished dreams

παρασυρμένα όνειρα

ravished spirit

παρασυρμένο πνεύμα

Example Sentences

she was ravished by the beauty of the sunset.

ήταν συγκλονισμένη από την ομορφιά του ηλιοκεντρικού.

the audience was ravished by the performance.

ο κοινός ήταν συγκλονισμένος από την εμφάνιση.

he stood there, ravished by her charm.

έστωνε εκεί, συγκλονισμένος από την ελκυστικότητά της.

they were ravished with joy at the news.

ήταν συγκλονισμένοι από την ευχαριστία στις ειδήσεις.

the garden was ravished by the spring blooms.

το κήπος ήταν συγκλονισμένος από τις ανθισμένες ανθούς της άνοιξης.

she felt ravished after reading the novel.

νόμιζε συγκλονισμένη μετά την ανάγνωση του μυθιστορήματος.

he was ravished by her laughter.

ήταν συγκλονισμένος από τη γέλιο της.

the landscape was ravished by the storm.

το τοπίο ήταν συγκλονισμένο από τη βροχή.

they were ravished with excitement during the concert.

ήταν συγκλονισμένοι από την έκπληξη κατά τη διάρκεια του συναυλίας.

she felt ravished by the delicious meal.

νόμιζε συγκλονισμένη από το ωριμασμένο γεύμα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now