razing buildings
κατάρριψη κτιρίων
razing neighborhoods
κατάρριψη γειτονιών
razing forests
κατάρριψη δασών
razing structures
κατάρριψη κατασκευών
razing land
κατάρριψη γης
razing property
κατάρριψη περιουσίας
razing houses
κατάρριψη σπιτιών
razing sites
κατάρριψη τόπων
razing ruins
κατάρριψη αρχαιοτήτων
razing areas
κατάρριψη περιοχών
the city is considering razing the old building to make way for a new park.
η πόλη σκέφτεται να κατεδαφίσει το παλιό κτίριο για να δώσει χώρο σε ένα νέο πάρκο.
razing the abandoned factory was necessary for safety reasons.
η κατεδάφιση της αφήντας βιομηχανίας ήταν απαραίτητη για λόγους ασφαλείας.
the protestors opposed the plan of razing the historic site.
οι προστάτες αντιτάχθηκαν στο σχέδιο κατεδάφισης του ιστορικού τόπου.
razing the neighborhood would displace many families.
η κατεδάφιση της περιοχής θα απομακρύνει πολλές οικογένειες.
the government announced a project for razing and rebuilding the area.
η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα για την κατεδάφιση και την επαναχτανση της περιοχής.
razing the old stadium was met with mixed reactions from the public.
η κατεδάφιση του παλιού γυμναστηρίου συναντήθηκε με μειγμένες αντιδράσεις από το κοινό.
after razing the dilapidated houses, new homes were constructed.
μετά την κατεδάφιση των κατεδαφισμένων σπιτιών, κατασκευάστηκαν νέες κατοικίες.
the decision to raze the school was based on its deteriorating condition.
η απόφαση να κατεδαφιστεί το σχολείο βασίστηκε στην χειροτερεύουσα κατάσταση του.
razing the forest for development raised environmental concerns.
η κατεδάφιση του δρυμού για ανάπτυξη προκάλεσε ανησυχίες για το περιβάλλον.
community leaders are debating the implications of razing the park.
οι ηγέτες της κοινότητας συζητούν τις επιπτώσεις της κατεδάφισης του πάρκου.
razing buildings
κατάρριψη κτιρίων
razing neighborhoods
κατάρριψη γειτονιών
razing forests
κατάρριψη δασών
razing structures
κατάρριψη κατασκευών
razing land
κατάρριψη γης
razing property
κατάρριψη περιουσίας
razing houses
κατάρριψη σπιτιών
razing sites
κατάρριψη τόπων
razing ruins
κατάρριψη αρχαιοτήτων
razing areas
κατάρριψη περιοχών
the city is considering razing the old building to make way for a new park.
η πόλη σκέφτεται να κατεδαφίσει το παλιό κτίριο για να δώσει χώρο σε ένα νέο πάρκο.
razing the abandoned factory was necessary for safety reasons.
η κατεδάφιση της αφήντας βιομηχανίας ήταν απαραίτητη για λόγους ασφαλείας.
the protestors opposed the plan of razing the historic site.
οι προστάτες αντιτάχθηκαν στο σχέδιο κατεδάφισης του ιστορικού τόπου.
razing the neighborhood would displace many families.
η κατεδάφιση της περιοχής θα απομακρύνει πολλές οικογένειες.
the government announced a project for razing and rebuilding the area.
η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα για την κατεδάφιση και την επαναχτανση της περιοχής.
razing the old stadium was met with mixed reactions from the public.
η κατεδάφιση του παλιού γυμναστηρίου συναντήθηκε με μειγμένες αντιδράσεις από το κοινό.
after razing the dilapidated houses, new homes were constructed.
μετά την κατεδάφιση των κατεδαφισμένων σπιτιών, κατασκευάστηκαν νέες κατοικίες.
the decision to raze the school was based on its deteriorating condition.
η απόφαση να κατεδαφιστεί το σχολείο βασίστηκε στην χειροτερεύουσα κατάσταση του.
razing the forest for development raised environmental concerns.
η κατεδάφιση του δρυμού για ανάπτυξη προκάλεσε ανησυχίες για το περιβάλλον.
community leaders are debating the implications of razing the park.
οι ηγέτες της κοινότητας συζητούν τις επιπτώσεις της κατεδάφισης του πάρκου.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now