reaped

[US]/riːpt/
[UK]/riːpt/
Frequency: Very High

Translation

v. παρατακτική χρονική και παρατακτική παραστατική του ρήματος reap; να αποκτήσει κάτι ως αποτέλεσμα των δικών του ή άλλων ενεργειών

Phrases & Collocations

reaped rewards

έχοντας αποκτήσει αποτελέσματα

reaped benefits

έχοντας αποκτήσει πλεονεκτήματα

reaped profits

έχοντας αποκτήσει κέρδη

reaped results

έχοντας αποκτήσει αποτελέσματα

reaped harvest

έχοντας αποκτήσει συγκομιδή

reaped success

έχοντας αποκτήσει επιτυχία

reaped gains

έχοντας αποκτήσει κερδή

reaped knowledge

έχοντας αποκτήσει γνώση

reaped insights

έχοντας αποκτήσει ανακαλύψεις

reaped accolades

έχοντας αποκτήσει πτυχία

Example Sentences

she reaped the benefits of her hard work.

Απέκτησε τα αποτελέσματα της σκληρής της εργασίας.

the farmer reaped a good harvest this year.

Ο γεωργός απέκτησε μια καλή συγκομιδή φέτος.

they reaped what they sowed in the business.

Απέκτησαν αυτό που έβαλαν στην επιχείρηση.

he reaped praise for his innovative ideas.

Πήρε επαίνους για τις ευρετικές του ιδέες.

after years of effort, she finally reaped success.

Μετά από χρόνια προσπάθειας, τελικά απέκτησε επιτυχία.

the team reaped rewards for their dedication.

Ο ομαδικός απέκτησε αποτελέσματα για την πολύτιμη του προσφορά.

they reaped a fortune from their investments.

Απέκτησαν μια περιουσία από τις επενδύσεις τους.

she reaped knowledge from her experiences abroad.

Απέκτησε γνώση από τις εμπειρίες της στο εξωτερικό.

he reaped the consequences of his actions.

Απέκτησε τις συνέπειες των πράξεών του.

the students reaped the rewards of their studies.

Οι φοιτητές απέκτησαν τα αποτελέσματα των μελετών τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now