| Present Participle | reassuring |
reassuring news
ευχάριστα νέα
the reassuring familiarity of his parents' home.
η καθησυχαστική οικειότητα του σπιτιού των γονέων του.
he exuded an aura of reassuring solidity.
Έδειχνε μια αύρα διαβεβαιωμένης σταθερότητας.
a reassuring presence can stave off a panic attack.
Μια καθησυχαστική παρουσία μπορεί να αποτρέψει μια κρίση πανικού.
With a reassuring pat on her arm, he left.
Με ένα καθησυχαστικό χτύπημα στον βραχίονα της, έφυγε.
He gave her a reassuring pat on the shoulder.
Της έδωσε ένα καθησυχαστικό χτύπημα στον ώμο.
couldn't reconcile his reassuring words with his hostile actions. unfit
Δεν μπορούσε να συμφιλιώσει τα καθησυχαστικά του λόγια με τις εχθρικές του πράξεις. ακατάλληλος
reassuring news
ευχάριστα νέα
the reassuring familiarity of his parents' home.
η καθησυχαστική οικειότητα του σπιτιού των γονέων του.
he exuded an aura of reassuring solidity.
Έδειχνε μια αύρα διαβεβαιωμένης σταθερότητας.
a reassuring presence can stave off a panic attack.
Μια καθησυχαστική παρουσία μπορεί να αποτρέψει μια κρίση πανικού.
With a reassuring pat on her arm, he left.
Με ένα καθησυχαστικό χτύπημα στον βραχίονα της, έφυγε.
He gave her a reassuring pat on the shoulder.
Της έδωσε ένα καθησυχαστικό χτύπημα στον ώμο.
couldn't reconcile his reassuring words with his hostile actions. unfit
Δεν μπορούσε να συμφιλιώσει τα καθησυχαστικά του λόγια με τις εχθρικές του πράξεις. ακατάλληλος
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα