rebelliously bold
ανυπότακτα τόλμημα
rebelliously free
ανυπότακτα ελεύθερο
rebelliously loud
ανυπότακτα χορτάτο
rebelliously unique
ανυπότακτα μοναδικό
rebelliously creative
ανυπότακτα δημιουργικό
rebelliously different
ανυπότακτα διαφορετικό
rebelliously strong
ανυπότακτα ισχυρό
rebelliously fierce
ανυπότακτα απερίφθαλτο
rebelliously wild
ανυπότακτα άγριο
rebelliously stylish
ανυπότακτα στυλιστικό
she spoke rebelliously against the strict rules of the school.
έλεγε αντεπεξεργαστικά κατά των αυστηρών κανόνων του σχολείου.
the teenager dressed rebelliously, ignoring her parents' advice.
η νεαρή γυναίκα ντύθηκε αντεπεξεργαστικά, αγνοώντας τη συμβουλή των γονιών της.
he rebelliously challenged the authority of his boss.
επείδη έπροκειτο να προκαλέσει αντεπεξεργαστικά την αρχή του επιβατή του.
they laughed rebelliously at the outdated traditions.
γέλασαν αντεπεξεργαστικά για τις παραδοσιακές παραδόσεις.
she wrote rebelliously in her diary about her dreams.
έγραψε αντεπεξεργαστικά στο διαγραμματικό της για τα όνειρά της.
the group rebelliously protested against the new law.
η ομάδα προσπάθησε αντεπεξεργαστικά να αντιταχθεί στο νέο νόμο.
he rebelliously ignored the warnings from his friends.
αγνόησε αντεπεξεργαστικά τις ειδοποιήσεις από τους φίλους του.
she rebelliously danced to the music, carefree and wild.
χορεύει αντεπεξεργαστικά στη μουσική, ανεξάρτητα και άγρια.
the child rebelliously refused to follow the rules.
το παιδί αντεπεξεργαστικά αρνήθηκε να ακολουθήσει τους κανόνες.
he rebelliously expressed his opinions during the meeting.
έκφρασε αντεπεξεργαστικά τις απόψεις του κατά τη συνεδρία.
rebelliously bold
ανυπότακτα τόλμημα
rebelliously free
ανυπότακτα ελεύθερο
rebelliously loud
ανυπότακτα χορτάτο
rebelliously unique
ανυπότακτα μοναδικό
rebelliously creative
ανυπότακτα δημιουργικό
rebelliously different
ανυπότακτα διαφορετικό
rebelliously strong
ανυπότακτα ισχυρό
rebelliously fierce
ανυπότακτα απερίφθαλτο
rebelliously wild
ανυπότακτα άγριο
rebelliously stylish
ανυπότακτα στυλιστικό
she spoke rebelliously against the strict rules of the school.
έλεγε αντεπεξεργαστικά κατά των αυστηρών κανόνων του σχολείου.
the teenager dressed rebelliously, ignoring her parents' advice.
η νεαρή γυναίκα ντύθηκε αντεπεξεργαστικά, αγνοώντας τη συμβουλή των γονιών της.
he rebelliously challenged the authority of his boss.
επείδη έπροκειτο να προκαλέσει αντεπεξεργαστικά την αρχή του επιβατή του.
they laughed rebelliously at the outdated traditions.
γέλασαν αντεπεξεργαστικά για τις παραδοσιακές παραδόσεις.
she wrote rebelliously in her diary about her dreams.
έγραψε αντεπεξεργαστικά στο διαγραμματικό της για τα όνειρά της.
the group rebelliously protested against the new law.
η ομάδα προσπάθησε αντεπεξεργαστικά να αντιταχθεί στο νέο νόμο.
he rebelliously ignored the warnings from his friends.
αγνόησε αντεπεξεργαστικά τις ειδοποιήσεις από τους φίλους του.
she rebelliously danced to the music, carefree and wild.
χορεύει αντεπεξεργαστικά στη μουσική, ανεξάρτητα και άγρια.
the child rebelliously refused to follow the rules.
το παιδί αντεπεξεργαστικά αρνήθηκε να ακολουθήσει τους κανόνες.
he rebelliously expressed his opinions during the meeting.
έκφρασε αντεπεξεργαστικά τις απόψεις του κατά τη συνεδρία.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now