rebuked him
τον παρακάλεσε
rebuked for
τον παρακάλεσε για
rebuked sharply
τον παρακάλεσε έντονα
rebuked publicly
τον παρακάλεσε δημοσίως
rebuked severely
τον παρακάλεσε αυστηρά
rebuked by
τον παρακάλεσε από
rebuked again
τον παρακάλεσε ξανά
rebuked repeatedly
τον παρακάλεσε επανειλημμένα
rebuked harshly
τον παρακάλεσε σκληρά
rebuked gently
τον παρακάλεσε ήπια
she rebuked him for being late to the meeting.
την έπληξε για το γεγονός ότι άργησε στη συνάντηση.
the teacher rebuked the students for talking during class.
ο καθηγητής έπληξε τους μαθητές για το ότι μιλούσαν κατά τη διάρκεια του μαθήματος.
he was rebuked by his boss for missing the deadline.
τον έπληξε ο προϊστάμενός του για το γεγονός ότι έχασε την προθεσμία.
she rebuked herself for not studying harder.
την έπληξε η ίδια για το γεγονός ότι δεν μελετούσε περισσότερο.
the coach rebuked the players for their poor performance.
ο προπονητής έπληξε τους παίκτες για την κακή τους απόδοση.
he was rebuked in front of his colleagues.
τον έπληξαν μπροστά στους συναδέλφους του.
she rebuked her friend for not being supportive.
έπληξε τη φίλη της για το γεγονός ότι δεν ήταν υποστηρικτική.
the manager rebuked the team for missing the target.
ο διευθυντής έπληξε την ομάδα για το γεγονός ότι δεν πέτυχαν τον στόχο.
he rebuked the children for being noisy.
έπληξε τα παιδιά για το γεγονός ότι ήταν θορυβώδη.
she felt rebuked after her mother criticized her choices.
είχε την αίσθηση ότι την έπληξε μετά τις κριτικές της μητέρας της για τις επιλογές της.
rebuked him
τον παρακάλεσε
rebuked for
τον παρακάλεσε για
rebuked sharply
τον παρακάλεσε έντονα
rebuked publicly
τον παρακάλεσε δημοσίως
rebuked severely
τον παρακάλεσε αυστηρά
rebuked by
τον παρακάλεσε από
rebuked again
τον παρακάλεσε ξανά
rebuked repeatedly
τον παρακάλεσε επανειλημμένα
rebuked harshly
τον παρακάλεσε σκληρά
rebuked gently
τον παρακάλεσε ήπια
she rebuked him for being late to the meeting.
την έπληξε για το γεγονός ότι άργησε στη συνάντηση.
the teacher rebuked the students for talking during class.
ο καθηγητής έπληξε τους μαθητές για το ότι μιλούσαν κατά τη διάρκεια του μαθήματος.
he was rebuked by his boss for missing the deadline.
τον έπληξε ο προϊστάμενός του για το γεγονός ότι έχασε την προθεσμία.
she rebuked herself for not studying harder.
την έπληξε η ίδια για το γεγονός ότι δεν μελετούσε περισσότερο.
the coach rebuked the players for their poor performance.
ο προπονητής έπληξε τους παίκτες για την κακή τους απόδοση.
he was rebuked in front of his colleagues.
τον έπληξαν μπροστά στους συναδέλφους του.
she rebuked her friend for not being supportive.
έπληξε τη φίλη της για το γεγονός ότι δεν ήταν υποστηρικτική.
the manager rebuked the team for missing the target.
ο διευθυντής έπληξε την ομάδα για το γεγονός ότι δεν πέτυχαν τον στόχο.
he rebuked the children for being noisy.
έπληξε τα παιδιά για το γεγονός ότι ήταν θορυβώδη.
she felt rebuked after her mother criticized her choices.
είχε την αίσθηση ότι την έπληξε μετά τις κριτικές της μητέρας της για τις επιλογές της.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα