reclusing

[US]/[ˈrɪkljuːzɪŋ]/
[UK]/[ˈrɪkljuːzɪŋ]/

Translation

v. (παραγωγική μορφή του reclude) Να αποσυνδεθεί από την κοινωνία; να ζήσει σε μοναξιά. Να κλείσει τον εαυτό του.

Phrases & Collocations

reclusing himself

αυτοαπομόνωση

reclusing from society

απομόνωση από την κοινωνία

reclusing artist

τέχνη αυτοαπομόνωσης

reclusing life

ζωή αυτοαπομόνωσης

reclusing writer

γραπτό αυτοαπομόνωσης

reclusing couple

ζευγάρι αυτοαπομόνωσης

reclusing state

κατάσταση αυτοαπομόνωσης

reclusing permanently

αυτοαπομόνωση για πάντα

reclusing completely

πλήρης αυτοαπομόνωση

reclusing now

αυτοαπομόνωση τώρα

Example Sentences

after years of traveling, he ended up reclusing in a remote cabin.

Μετά από χρόνια ταξιδιών, τελικά έμεινε μόνος του σε μια απομακρυσμένη στέγη.

she enjoyed reclusing herself with a good book and a cup of tea.

Απόλαυσε την αυτοαπομόνωσή της με ένα καλό βιβλίο και ένα ποτήρι τσάι.

the aging author was known for reclusing from the public eye.

Ο γερός συγγραφέας ήταν γνωστός για την αυτοαπομόνωσή του από το δημόσιο χώρο.

he found peace in reclusing from the pressures of city life.

Βρήκε ειρήνη στην αυτοαπομόνωσή του από τις πιέσεις της πόλης.

reclusing in the mountains allowed him to focus on his writing.

Η αυτοαπομόνωση στα βουνά του επέτρεψε να εστιάσει στη γραφή του.

despite his fame, he preferred reclusing in his garden.

Παρά την δημοσιότητά του, προτιμούσε να αυτοαπομονώνεται στο κήπο του.

the eccentric millionaire was reclusing in a castle on a private island.

Ο ασυνήθιστος εκατομμυριούχος αυτοαπομονωνόταν σε ένα κάστρο σε ιδιωτικό νησί.

she began reclusing after the loss of her husband.

Έναρξε να αυτοαπομονώνεται μετά την απώλεια του συζύγου της.

he spent his days reclusing and painting in his studio.

Πέρναγε τις μέρες του αυτοαπομονωμένος και ζωγραφιζόντας στο στούντιο του.

reclusing provided her with the solitude she craved.

Η αυτοαπομόνωση της προσέφερε την ηρεμία που επιθυμούσε.

the family decided on reclusing in a quiet village by the sea.

Η οικογένεια αποφάσισε να αυτοαπομονωθεί σε ένα ήρεμο χωριό κοντά στη θάλασσα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now