recovers

[US]/rɪˈkʌvəz/
[UK]/rɪˈkʌvərz/
Frequency: Very High

Translation

v. να αποκτήσει ξανά την κατοχή ή τον έλεγχο κάτις; να επιστρέψει σε κανονική κατάσταση μετά από δύσκολη κατάσταση; να βρει ή να ανακτήσει κάτι που χάθηκε

Phrases & Collocations

quickly recovers

αποκαθιστά γρήγορα

recovers health

αποκαθιστά την υγεία

recovers strength

αποκαθιστά τη δύναμη

recovers fully

αποκαθιστά πλήρως

recovers quickly

αποκαθιστά γρήγορα

recovers well

αποκαθιστά καλά

easily recovers

αποκαθιστά εύκολα

recovers losses

αποκαθιστά τις απώλειες

recovers from

αποκαθιστά από

recovers balance

αποκαθιστά την ισορροπία

Example Sentences

the patient slowly recovers from the surgery.

το ασθενές ανακατασκευάζεται αργά από την επέμβαση.

she recovers her strength after a long illness.

αποκαθιστά τη δύναμή της μετά από μακρά ασθένεια.

the economy recovers quickly after the recession.

η οικονομία ανακατασκευάζεται γρήγορα μετά την ύφεση.

he recovers his lost files from the backup.

ανακτά τα χαμένα αρχεία του από την αντιγραφή ασφαλείας.

the team recovers from their earlier defeat.

η ομάδα ανακατασκευάζεται από την προηγούμενη ήττα.

after some rest, she recovers her focus.

μετά από κάποια παύση, αποκαθιστά τη συγκέντρωσή της.

the athlete recovers well after the injury.

ο αθλητής ανακατασκευάζεται καλά μετά την τραύμα.

the company recovers its market position.

η εταιρεία ανακατασκευάζει τη θέση της στην αγορά.

he quickly recovers from setbacks.

ανακατασκευάζεται γρήγορα από τις ανατροπές.

the environment recovers after pollution controls are implemented.

το περιβάλλον ανακατασκευάζεται μετά την εφαρμογή των μέτρων περιορισμού της ρύπανσης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now