reeled

[US]/riːld/
[UK]/riːld/
Frequency: Very High

Translation

v. να τυλίγει κάτι σε ένα καρτερίδιο ή να το απελευθερώνει από ένα καρτερίδιο; να αισθάνεται σοκαρισμένος ή παρατρεμμένος; να φαίνεται να περιστρέφεται συνεχώς

Phrases & Collocations

reeled back

έκανε αναστροφή προς τα πίσω

reeled in

έκανε αναστροφή προς τα εμπρός

reeled off

έκανε αναστροφή προς τα πλάγια

reeled around

έκανε αναστροφή γύρω από

reeled out

έκανε αναστροφή προς τα έξω

reeled up

έκανε αναστροφή προς τα πάνω

reeled together

έκανε αναστροφή προς τα μαζί

reeled forward

έκανε αναστροφή προς τα μπροστά

reeled sideways

έκανε αναστροφή προς τα πλάγια

reeled back in

έκανε αναστροφή προς τα πίσω και μπροστά

Example Sentences

she reeled back in shock when she heard the news.

αναστατώθηκε από την έκπληξη όταν της έφτασε το νέο.

the fisherman reeled in a large catch.

ο ψαράς έσπρωξε μια μεγάλη απόκτηση.

he reeled from the unexpected criticism.

αναστατώθηκε από την απροσδόκητη κριτική.

the audience reeled with laughter at the comedian's jokes.

ο κοινός αναστατώθηκε από τη γέλια στις παραστάσεις του κωμικού.

she reeled off a list of names quickly.

είπε γρήγορα μια λίστα ονομάτων.

after the accident, he reeled in pain.

μετά το ατύχημα, αναστατώθηκε από τον πόνο.

the news reeled the entire community.

το νέο αναστατώθηκε όλη την κοινότητα.

he reeled in his thoughts before speaking.

αναστατώθηκε στις σκέψεις του πριν μιλήσει.

the sudden change reeled her emotions.

η απότομη αλλαγή αναστατώθηκε τις συναισθήσεις της.

she reeled with joy upon receiving the award.

αναστατώθηκε από τη χαρά όταν της έδωσαν την παραστατική.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now