reigns

[US]/reɪnz/
[UK]/reɪnz/
Frequency: Very High

Translation

n. το περίοδο κατά τη διάρκεια του οποίου ένας αυτοκράτορας κατέχει την εξουσία; το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ένας διοικητής είναι σε θέση εξουσίας; η πράξη της εξουσίας ως μονάρχης

Phrases & Collocations

freedom reigns

η ελευθερία επικρατεί

chaos reigns

βασιλεύει το χάος

love reigns

η αγάπη επικρατεί

peace reigns

η ειρήνη επικρατεί

fear reigns

φοβός επικρατεί

happiness reigns

η ευτυχία επικρατεί

justice reigns

η δικαιοσύνη επικρατεί

truth reigns

η αλήθεια επικρατεί

darkness reigns

το σκοτάδι επικρατεί

order reigns

η τάξη επικρατεί

Example Sentences

the queen reigns over the kingdom with wisdom.

Η βασίλισσα κυριαρχεί στο βασίλειο με σοφία.

in winter, a blanket of snow reigns across the landscape.

Το χειμώνα, ένα χαλί του χιονιού κυριαρχεί στο τοπίο.

love reigns supreme in their hearts.

Η αγάπη κυριαρχεί στα καρδιά τους.

chaos reigns when there is no leadership.

Το χάος κυριαρχεί όταν δεν υπάρχει ηγεσία.

during the festival, joy reigns among the people.

Κατά τη διάρκεια της εορτής, η χαρά κυριαρχεί μεταξύ του λαού.

in this city, creativity reigns in the art scene.

Σε αυτή την πόλη, η δημιουργικότητα κυριαρχεί στην τέχνη.

fear reigns when uncertainty is present.

Η φόβος κυριαρχεί όταν υπάρχει αβεβαιότητα.

patience reigns in the face of adversity.

Η υπομονή κυριαρχεί αντιμέτωπα με την αντιξοότητα.

in this era, technology reigns in our daily lives.

Σε αυτή την εποχή, η τεχνολογία κυριαρχεί στην καθημερινή μας ζωή.

wisdom reigns in the decisions of the elders.

Η σοφία κυριαρχεί στις αποφάσεις των ηλικιωμένων.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now