reinstated benefits
επαναφορά οφελών
reinstated position
επαναφορά θέσης
reinstated rights
επαναφορά δικαιωμάτων
reinstated policy
επαναφορά πολιτικής
reinstated contract
επαναφορά συμβόλαιου
reinstated membership
επαναφορά μέλειας
reinstated privileges
επαναφορά προνομίων
reinstated agreement
επαναφορά συμφωνίας
reinstated funding
επαναφορά χρηματοδότησης
reinstated service
επαναφορά υπηρεσίας
reinstated order
επαναφορά παραγγελίας
reinstated status
επαναφορά κατάστασης
reinstated account
επαναφορά λογαριασμού
the employee was reinstated after the investigation.
Ο υπάλληλος αποκαταστάθηκε μετά την έρευνα.
his rights were reinstated by the court.
Οι δικαίωματα του αποκαταστάθηκαν από το δικαστήριο.
the policy was reinstated to ensure fairness.
Η πολιτική αποκαταστάθηκε για να εξασφαλιστεί η αιμιλία.
after the appeal, she was reinstated to her former position.
Μετά την έφεση, της αποκαταστάθηκε η προηγούμενη θέση.
the government reinstated the funding for the project.
Η κυβέρνηση αποκατέστησε τη χρηματοδότηση για το έργο.
they reinstated the old rules after public demand.
Αποκατέστησαν τους αρχικούς κανόνες μετά από δημοσιοποιημένη ζήτηση.
after a long discussion, the committee reinstated the original plan.
Μετά από μακρά συζήτηση, η επιτροπή αποκατέστησε το αρχικό σχέδιο.
his membership was reinstated after he paid the dues.
Η μέληση του αποκαταστάθηκε μετά που πλήρωσε τα τέλη.
the teacher was reinstated after the school board's review.
Ο δάσκαλος αποκαταστάθηκε μετά την αξιολόγηση του συμβουλίου της σχολής.
the law was reinstated to protect consumer rights.
Η νομοθεσία αποκαταστάθηκε για να προστατευτούν τα δικαιώματα των καταναλωτών.
reinstated benefits
επαναφορά οφελών
reinstated position
επαναφορά θέσης
reinstated rights
επαναφορά δικαιωμάτων
reinstated policy
επαναφορά πολιτικής
reinstated contract
επαναφορά συμβόλαιου
reinstated membership
επαναφορά μέλειας
reinstated privileges
επαναφορά προνομίων
reinstated agreement
επαναφορά συμφωνίας
reinstated funding
επαναφορά χρηματοδότησης
reinstated service
επαναφορά υπηρεσίας
reinstated order
επαναφορά παραγγελίας
reinstated status
επαναφορά κατάστασης
reinstated account
επαναφορά λογαριασμού
the employee was reinstated after the investigation.
Ο υπάλληλος αποκαταστάθηκε μετά την έρευνα.
his rights were reinstated by the court.
Οι δικαίωματα του αποκαταστάθηκαν από το δικαστήριο.
the policy was reinstated to ensure fairness.
Η πολιτική αποκαταστάθηκε για να εξασφαλιστεί η αιμιλία.
after the appeal, she was reinstated to her former position.
Μετά την έφεση, της αποκαταστάθηκε η προηγούμενη θέση.
the government reinstated the funding for the project.
Η κυβέρνηση αποκατέστησε τη χρηματοδότηση για το έργο.
they reinstated the old rules after public demand.
Αποκατέστησαν τους αρχικούς κανόνες μετά από δημοσιοποιημένη ζήτηση.
after a long discussion, the committee reinstated the original plan.
Μετά από μακρά συζήτηση, η επιτροπή αποκατέστησε το αρχικό σχέδιο.
his membership was reinstated after he paid the dues.
Η μέληση του αποκαταστάθηκε μετά που πλήρωσε τα τέλη.
the teacher was reinstated after the school board's review.
Ο δάσκαλος αποκαταστάθηκε μετά την αξιολόγηση του συμβουλίου της σχολής.
the law was reinstated to protect consumer rights.
Η νομοθεσία αποκαταστάθηκε για να προστατευτούν τα δικαιώματα των καταναλωτών.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now