relinquished control
παραχωρήθηκε η εξουσία
relinquished rights
παραχωρήθηκαν τα δικαιώματα
relinquished claim
παραχωρήθηκε η ισχυροποίηση
relinquished power
παραχωρήθηκε η εξουσία
relinquished ownership
παραχωρήθηκε η ιδιοκτησία
relinquished position
παραχωρήθηκε η θέση
relinquished opportunity
παραχωρήθηκε η ευκαιρία
relinquished responsibilities
παραχωρήθηκαν οι υποχρεώσεις
relinquished interests
παραχωρήθηκαν τα συμφέροντα
relinquished assets
παραχωρήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία
he relinquished control of the project to his colleague.
απελευθέρωσε την εξουσία του για το έργο στον συνάδελφό του.
she relinquished her position in the company after many years.
απελευθέρωσε τη θέση της στην εταιρεία μετά από πολλά χρόνια.
they relinquished their claim to the property.
απελευθέρωσαν την ιδιοκτησία τους στην περιοχή.
after much deliberation, he relinquished his rights.
μετά από πολλή σκέψη, απελευθέρωσε τα δικαιώματά του.
she reluctantly relinquished her dream of becoming an artist.
απελευθέρωσε με αντίσταση το όνειρό της να γίνει τέχνη.
the king relinquished the throne to his son.
ο βασιλιάς απελευθέρωσε το θρόνο στον γιο του.
he relinquished his responsibilities to focus on his health.
απελευθέρωσε τις υποχρεώσεις του για να εστιάσει στην υγεία του.
they relinquished their membership in the club.
απελευθέρωσαν τη συμμετοχή τους στο κλαμπ.
she relinquished her hold on the steering wheel.
απελευθέρωσε την κατιόχο της στο τιμόνι.
after the negotiations, they finally relinquished their demands.
μετά τις διαπραγματεύσεις, τελικά απελευθέρωσαν τις απαιτήσεις τους.
relinquished control
παραχωρήθηκε η εξουσία
relinquished rights
παραχωρήθηκαν τα δικαιώματα
relinquished claim
παραχωρήθηκε η ισχυροποίηση
relinquished power
παραχωρήθηκε η εξουσία
relinquished ownership
παραχωρήθηκε η ιδιοκτησία
relinquished position
παραχωρήθηκε η θέση
relinquished opportunity
παραχωρήθηκε η ευκαιρία
relinquished responsibilities
παραχωρήθηκαν οι υποχρεώσεις
relinquished interests
παραχωρήθηκαν τα συμφέροντα
relinquished assets
παραχωρήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία
he relinquished control of the project to his colleague.
απελευθέρωσε την εξουσία του για το έργο στον συνάδελφό του.
she relinquished her position in the company after many years.
απελευθέρωσε τη θέση της στην εταιρεία μετά από πολλά χρόνια.
they relinquished their claim to the property.
απελευθέρωσαν την ιδιοκτησία τους στην περιοχή.
after much deliberation, he relinquished his rights.
μετά από πολλή σκέψη, απελευθέρωσε τα δικαιώματά του.
she reluctantly relinquished her dream of becoming an artist.
απελευθέρωσε με αντίσταση το όνειρό της να γίνει τέχνη.
the king relinquished the throne to his son.
ο βασιλιάς απελευθέρωσε το θρόνο στον γιο του.
he relinquished his responsibilities to focus on his health.
απελευθέρωσε τις υποχρεώσεις του για να εστιάσει στην υγεία του.
they relinquished their membership in the club.
απελευθέρωσαν τη συμμετοχή τους στο κλαμπ.
she relinquished her hold on the steering wheel.
απελευθέρωσε την κατιόχο της στο τιμόνι.
after the negotiations, they finally relinquished their demands.
μετά τις διαπραγματεύσεις, τελικά απελευθέρωσαν τις απαιτήσεις τους.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now