renovated

[US]/ˈrɛnəveɪtɪd/
[UK]/ˈrɛnəˌveɪtɪd/
Frequency: Very High

Translation

v. να επαναφέρω σε καλή κατάσταση

Phrases & Collocations

renovated house

ανακαινισμένο σπίτι

renovated room

ανακαινισμένο δωμάτιο

renovated kitchen

ανακαινισμένη κουζίνα

renovated bathroom

ανακαινισμένο μπάνιο

renovated office

ανακαινισμένο γραφείο

renovated building

ανακαινισμένο κτίριο

renovated space

ανακαινισμένος χώρος

renovated property

ανακαινισμένη ιδιοκτησία

renovated area

ανακαινισμένη περιοχή

renovated design

ανακαινισμένος σχεδιασμός

Example Sentences

the old library has been beautifully renovated.

Η παλιά βιβλιοθήκη έχει ανακαινιστεί όμορφα.

they renovated their kitchen to make it more modern.

Ανακαίνισαν την κουζίνα τους για να την κάνουν πιο μοντέρνα.

the apartment was recently renovated and looks stunning.

Το διαμέρισμα ανακαινίστηκε πρόσφατα και φαίνεται εκπληκτικό.

after being renovated, the theater reopened to the public.

Μετά την ανακαίνιση, το θέατρο άνοιξε ξανά στο κοινό.

she decided to renovate her office space for a better workflow.

Αποφάσισε να ανακαινίσει τον χώρο του γραφείου της για καλύτερη ροή εργασίας.

the house was renovated with eco-friendly materials.

Το σπίτι ανακαινίστηκε με φιλικά προς το περιβάλλον υλικά.

we renovated the backyard to create a relaxing environment.

Ανακαινίσαμε τον κήπο για να δημιουργήσουμε ένα χαλαρωτικό περιβάλλον.

renovated offices can attract more clients and employees.

Τα ανακαινισμένα γραφεία μπορούν να προσελκύσουν περισσότερους πελάτες και υπαλλήλους.

the school was renovated to improve safety and accessibility.

Το σχολείο ανακαινίστηκε για να βελτιωθεί η ασφάλεια και η προσβασιμότητα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now