residing abroad
κατοικεί στο εξωτερικό
residing permanently
κατοικεί μόνιμα
residing locally
κατοικεί τοπικά
residing together
κατοικεί μαζί
residing peacefully
κατοικεί ειρηνικά
residing temporarily
κατοικεί προσωρινά
residing overseas
κατοικεί στο εξωτερικό
residing here
κατοικεί εδώ
residing with family
κατοικεί με την οικογένεια
residing in comfort
κατοικεί με άνεση
they are residing in a small town.
αυτοί διαμένουν σε μια μικρή πόλη.
she is currently residing abroad for her studies.
αυτή διαμένει επί του παρόντος στο εξωτερικό για τις σπουδές της.
many species are residing in the rainforest.
πολλά είδη διαμένουν στο τροπικό δάσος.
he is residing with his parents until he finds a job.
αυτός διαμένει με τους γονείς του μέχρι να βρει μια δουλειά.
they are residing in a luxury apartment downtown.
αυτοί διαμένουν σε ένα πολυτελές διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης.
some refugees are residing in temporary shelters.
μερικοί πρόσφυγες διαμένουν σε προσωρινά καταλύματα.
she is residing in the city for the summer.
αυτή διαμένει στην πόλη για το καλοκαίρι.
residents residing near the beach enjoy the ocean view.
οι κάτοικοι που διαμένουν κοντά στην παραλία απολαμβάνουν τη θέα στον ωκεανό.
he is residing in a historical building.
αυτός διαμένει σε ένα ιστορικό κτίριο.
they have been residing together for several years.
αυτοί διαμένουν μαζί για αρκετά χρόνια.
residing abroad
κατοικεί στο εξωτερικό
residing permanently
κατοικεί μόνιμα
residing locally
κατοικεί τοπικά
residing together
κατοικεί μαζί
residing peacefully
κατοικεί ειρηνικά
residing temporarily
κατοικεί προσωρινά
residing overseas
κατοικεί στο εξωτερικό
residing here
κατοικεί εδώ
residing with family
κατοικεί με την οικογένεια
residing in comfort
κατοικεί με άνεση
they are residing in a small town.
αυτοί διαμένουν σε μια μικρή πόλη.
she is currently residing abroad for her studies.
αυτή διαμένει επί του παρόντος στο εξωτερικό για τις σπουδές της.
many species are residing in the rainforest.
πολλά είδη διαμένουν στο τροπικό δάσος.
he is residing with his parents until he finds a job.
αυτός διαμένει με τους γονείς του μέχρι να βρει μια δουλειά.
they are residing in a luxury apartment downtown.
αυτοί διαμένουν σε ένα πολυτελές διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης.
some refugees are residing in temporary shelters.
μερικοί πρόσφυγες διαμένουν σε προσωρινά καταλύματα.
she is residing in the city for the summer.
αυτή διαμένει στην πόλη για το καλοκαίρι.
residents residing near the beach enjoy the ocean view.
οι κάτοικοι που διαμένουν κοντά στην παραλία απολαμβάνουν τη θέα στον ωκεανό.
he is residing in a historical building.
αυτός διαμένει σε ένα ιστορικό κτίριο.
they have been residing together for several years.
αυτοί διαμένουν μαζί για αρκετά χρόνια.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα