retracted statement
ανακληθείσα δήλωση
retracted claim
ανακληθείσα αξίωση
retracted apology
ανακληθείσα συγγνώμη
retracted offer
ανακληθείσα προσφορά
retracted words
ανακληθείσες λέξεις
retracting evidence
απορριπτικά στοιχεία
retracted position
ανακληθείσα θέση
retracted funds
ανακληθείσα χρηματοδότηση
retracted application
ανακληθείσα αίτηση
retracted proposal
ανακληθείσα πρόταση
the company retracted its previous statement after further investigation.
Η εταιρεία ανακάλεσε την προηγούμενη δήλωσή της μετά από περαιτέρω έρευνα.
he retracted his earlier comments about the project's feasibility.
Ανάκλησε τα προηγούμενα σχόλιά του για την εφαρμοστικότητα του έργου.
the newspaper retracted the article due to inaccurate information.
Το περιοδικό ανάκλησε το άρθρο λόγω ακατάλληλων πληροφοριών.
the scientist retracted the findings after facing criticism.
Ο επιστήμονας ανάκλησε τα αποτελέσματα μετά από κριτική.
the politician retracted his support for the controversial bill.
Ο πολιτικός ανάκλησε την υποστήριξή του για την επιτρεπτική πρόταση νόμου.
the study retracted its conclusions based on new data.
Η μελέτη ανάκλησε τις συμπεράνσεις της βάσει νέων δεδομένων.
the firm retracted its offer after a change in circumstances.
Η εταιρεία ανάκλησε την προσφορά της μετά από αλλαγή συνθηκών.
the judge retracted his earlier ruling on the case.
Ο δικηγόρος ανάκλησε την προηγούμενη απόφαση για την υπόθεση.
the publisher retracted the book from sale due to legal issues.
Ο εκδότης ανάκλησε το βιβλίο από την πώληση λόγω νομικών ζητημάτων.
the team retracted its position on the negotiations.
Ο ομάδα ανάκλησε τη θέση της για τις διαπραγματεύσεις.
the government retracted the proposed tax increase.
Το κρατικό συμβούλιο ανάκλησε την προτεινόμενη αύξηση φόρου.
retracted statement
ανακληθείσα δήλωση
retracted claim
ανακληθείσα αξίωση
retracted apology
ανακληθείσα συγγνώμη
retracted offer
ανακληθείσα προσφορά
retracted words
ανακληθείσες λέξεις
retracting evidence
απορριπτικά στοιχεία
retracted position
ανακληθείσα θέση
retracted funds
ανακληθείσα χρηματοδότηση
retracted application
ανακληθείσα αίτηση
retracted proposal
ανακληθείσα πρόταση
the company retracted its previous statement after further investigation.
Η εταιρεία ανακάλεσε την προηγούμενη δήλωσή της μετά από περαιτέρω έρευνα.
he retracted his earlier comments about the project's feasibility.
Ανάκλησε τα προηγούμενα σχόλιά του για την εφαρμοστικότητα του έργου.
the newspaper retracted the article due to inaccurate information.
Το περιοδικό ανάκλησε το άρθρο λόγω ακατάλληλων πληροφοριών.
the scientist retracted the findings after facing criticism.
Ο επιστήμονας ανάκλησε τα αποτελέσματα μετά από κριτική.
the politician retracted his support for the controversial bill.
Ο πολιτικός ανάκλησε την υποστήριξή του για την επιτρεπτική πρόταση νόμου.
the study retracted its conclusions based on new data.
Η μελέτη ανάκλησε τις συμπεράνσεις της βάσει νέων δεδομένων.
the firm retracted its offer after a change in circumstances.
Η εταιρεία ανάκλησε την προσφορά της μετά από αλλαγή συνθηκών.
the judge retracted his earlier ruling on the case.
Ο δικηγόρος ανάκλησε την προηγούμενη απόφαση για την υπόθεση.
the publisher retracted the book from sale due to legal issues.
Ο εκδότης ανάκλησε το βιβλίο από την πώληση λόγω νομικών ζητημάτων.
the team retracted its position on the negotiations.
Ο ομάδα ανάκλησε τη θέση της για τις διαπραγματεύσεις.
the government retracted the proposed tax increase.
Το κρατικό συμβούλιο ανάκλησε την προτεινόμενη αύξηση φόρου.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα