| Past Tense | retrogressed |
| Past Participle | retrogressed |
| Third Person Singular | retrogresses |
| Present Participle | retrogressing |
retrogress to
ανατροπολογήσει σε
retrogress further
ανατροπολογήσει περισσότερο
retrogress quickly
ανατροπολογήσει γρήγορα
retrogress badly
ανατροπολογήσει κακώς
retrogress again
ανατροπολογήσει ξανά
retrogress socially
ανατροπολογήσει κοινωνικά
retrogress politically
ανατροπολογήσει πολιτικά
retrogress economically
ανατροπολογήσει οικονομικά
retrogress mentally
ανατροπολογήσει ψυχικά
retrogress significantly
ανατροπολογήσει σημαντικά
the country began to retrogress after the economic crisis.
το χώρα ξεκίνησε να ρετρογραδεί μετά την οικονομική κρίση.
we must not retrogress in our efforts to protect the environment.
δεν πρέπει να ρετρογραδούμε στις προσπάθειές μας για την προστασία του περιβάλλοντος.
his attitude seems to retrogress over the years.
η στάση του φαίνεται να ρετρογραδεί τα χρόνια.
society cannot afford to retrogress in terms of civil rights.
η κοινωνία δεν μπορεί να το προσφέρει να ρετρογραδήσει όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα.
if we stop learning, we will retrogress in our skills.
αν σταματήσουμε να μαθαίνουμε, θα ρετρογραδούμε στις δεξιότητές μας.
the project retrogressed due to lack of funding.
το πρόγραμμα ρετρογραδήσε από έλλειψη χρηματοδότησης.
many fear that political instability will cause us to retrogress.
πολλοί φοβούνται ότι η πολιτική αστάθεια θα μας προκαλέσει να ρετρογραδούμε.
his health began to retrogress after he stopped exercising.
η υγεία του ξεκίνησε να ρετρογραδεί μετά από το σταμάτησε να ασκείται.
we should strive to progress, not retrogress.
πρέπει να προσπαθούμε να προοδεύσουμε, όχι να ρετρογραδούμε.
the debate seemed to retrogress rather than advance the discussion.
η συζήτηση φαίνεται να ρετρογραδεί αντί να προωθήσει τη συζήτηση.
retrogress to
ανατροπολογήσει σε
retrogress further
ανατροπολογήσει περισσότερο
retrogress quickly
ανατροπολογήσει γρήγορα
retrogress badly
ανατροπολογήσει κακώς
retrogress again
ανατροπολογήσει ξανά
retrogress socially
ανατροπολογήσει κοινωνικά
retrogress politically
ανατροπολογήσει πολιτικά
retrogress economically
ανατροπολογήσει οικονομικά
retrogress mentally
ανατροπολογήσει ψυχικά
retrogress significantly
ανατροπολογήσει σημαντικά
the country began to retrogress after the economic crisis.
το χώρα ξεκίνησε να ρετρογραδεί μετά την οικονομική κρίση.
we must not retrogress in our efforts to protect the environment.
δεν πρέπει να ρετρογραδούμε στις προσπάθειές μας για την προστασία του περιβάλλοντος.
his attitude seems to retrogress over the years.
η στάση του φαίνεται να ρετρογραδεί τα χρόνια.
society cannot afford to retrogress in terms of civil rights.
η κοινωνία δεν μπορεί να το προσφέρει να ρετρογραδήσει όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα.
if we stop learning, we will retrogress in our skills.
αν σταματήσουμε να μαθαίνουμε, θα ρετρογραδούμε στις δεξιότητές μας.
the project retrogressed due to lack of funding.
το πρόγραμμα ρετρογραδήσε από έλλειψη χρηματοδότησης.
many fear that political instability will cause us to retrogress.
πολλοί φοβούνται ότι η πολιτική αστάθεια θα μας προκαλέσει να ρετρογραδούμε.
his health began to retrogress after he stopped exercising.
η υγεία του ξεκίνησε να ρετρογραδεί μετά από το σταμάτησε να ασκείται.
we should strive to progress, not retrogress.
πρέπει να προσπαθούμε να προοδεύσουμε, όχι να ρετρογραδούμε.
the debate seemed to retrogress rather than advance the discussion.
η συζήτηση φαίνεται να ρετρογραδεί αντί να προωθήσει τη συζήτηση.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now